Выбрать главу

Ο αρχηγός φατρίας σήκωσε τα φρύδια έκπληκτος. «Δεν το γνώρισες; Μα βέβαια, γιατί να το γνωρίσεις· δεν μεγάλωσες με αυτές τις ιστορίες. Σύμφωνα με τις πιο παλιές ιστορίες, από τη μέρα που άρχισε το Τσάκισμα του Κόσμου ως τη μέρα που πρωτομπήκαμε στην Τρίπτυχη Γη, μόνο ένας λαός δεν μας επιτέθηκε. Μόνο ένας λαός μας άφησε να παίρνουμε ελεύθερα νερό, όταν το χρειαζόμασταν. Κάναμε καιρό μέχρι να ανακαλύψουμε ποιος ήταν. Όλα αυτά έχουν τελειώσει. Ο όρκος της ειρήνης καταπατήθηκε· οι δεντροφονιάδες μας έφτυσαν κατάμουτρα».

«Η Καιρχίν», είπε ο Ραντ. «Μιλάς για την Καιρχίν, το Αβεντοραλντέρα και τον Λάμαν, που έκοψε το Δέντρο».

«Ο Λάμαν τιμωρήθηκε με θάνατο», είπε με ανέκφραστη φωνή ο Ρούαρκ. «Με τους επίορκους ξεμπερδέψαμε». Κοίταξε λοξά τον Ραντ. «Κάποιοι, όπως ο Κουλάντιν, το θεωρούν απόδειξη ότι δεν μπορούμε να εμπιστευτούμε κανέναν μη Αελίτη. Είναι ένας λόγος που σε μισεί. Ένας από τους λόγους. Το πρόσωπό σου και τα αίματα θα τα θεωρήσει ψέμα. Ή έτσι θα ισχυριστεί».

Ο Ραντ κούνησε το κεφάλι. Η Μουαραίν μερικές φορές μιλούσε για την πολυπλοκότητα της Δαντέλας της Εποχής, του Σχήματος της Εποχής, που ο Τροχός του Χρόνου το υφαίνει από το νήμα των ανθρώπινων ζωών. Αν οι πρόγονοι των Καιρχινών δεν είχαν επιτρέψει στους Αελίτες να πάρουν νερό πριν τρεις χιλιάδες χρόνια, τότε η Καιρχίν δεν θα είχε αποκτήσει το δικαίωμα να χρησιμοποιεί την Οδό του Μεταξιού στην Ερημιά, με ένα φιντάνι από το Αβεντεσόρα ως τεκμήριο για τον όρκο. Αν δεν υπήρχε ο όρκος, τότε ο Βασιλιάς Λάμαν δεν θα είχε Δέντρο να κόψει· δεν θα είχε συμβεί ο Πόλεμος των Αελιτών· και ο Ραντ δεν θα είχε γεννηθεί στην πλαγιά του Όρους του Δράκοντα, για να τον πάρουν και να τον μεγαλώσουν στους Δύο Ποταμούς. Πόσα άλλα τέτοια σημεία είχαν υπάρξει, όπου μια απόφαση υπέρ ή κατά μιας πράξης είχε επηρεάσει την ύφανση του Σχήματος για χιλιάδες χρόνια; Χίλιες φορές, χίλιες μικρές διακλαδώσεις, χίλιες φορές τόσες, που έδιναν λίγο-λίγο άλλη μορφή στο Σχήμα. Κι ο ίδιος ο Ραντ ήταν ένα κινητό σημείο διακλάδωσης, μπορεί το ίδιο να ήταν κι ο Ματ και ο Πέριν. Αυτό που έκαναν και που δεν έκαναν θα έστελνε ένα κυματάκι μπροστά, στα χρόνια και στις Εποχές.

Κοίταξε τον Ματ, που προχωρούσε κουτσαίνοντας στην πλαγιά με τη βοήθεια του δόρατός του, με το κεφάλι σκυμμένο και τα μάτια μισόκλειστα από τον πόνο. Ο Δημιουργός δεν το καλοσκέφτηκε, που έβαλε το μέλλον στους ώμους τριών χωριατόπαιδων. Δεν μπορώ να το ρίξω. Πρέπει να μεταφέρω το φορτίο πάση θυσία.

Οι γυναίκες χώθηκαν μέσα στις κοντές σκηνές, δίχως πλαϊνά φύλλα, που είχαν οι Σοφές, μουρμουρίζοντας για νερό και σκιά. Σχεδόν έσυραν μαζί τους τον Ματ· ως ένδειξη για το πόσο τον πονούσαν το κεφάλι και το λαρύγγι του, αυτός όχι μόνο υπάκουσε, αλλά το έκανε και σιωπηλά.

Ο Ραντ έκανε να τον ακολουθήσει, όμως ο Λαν τον έπιασε από τον ώμο. «Την είδες εκεί μέσα;» ρώτησε ο Πρόμαχος.

«Όχι, Λαν. Λυπάμαι· δεν την είδα. Θα βγει σώα και ασφαλής, αν μπόρεσαν κάποιοι να το κάνουν ήδη».

Ο Λαν μούγκρισε και τράβηξε το χέρι του. «Το νου σου στον Κουλάντιν, Ραντ. Έχω ξαναδεί ανθρώπους σαν και του λόγου του. Οι φιλοδοξίες τον καίνε μέσα του. Θα θυσιάσει τον κόσμο για να τις πραγματοποιήσει».

«Ο Ααν'αλάιν μιλάει αληθινά», είπε ο Ρούαρκ. «Οι Δράκοντες στα χέρια σου θα είναι άχρηστοι, αν πεθάνεις πριν μάθουν γι' αυτούς οι αρχηγοί φατρίας. Θα κανονίσω να είναι πάντα κοντά σου μερικοί Τζίντο του Χάιρν, μέχρι να φτάσουμε στην Κρυόπετρα. Ακόμα και τότε, ο Κουλάντιν μάλλον θα κάνει φασαρία και τουλάχιστον οι Σάιντο θα τον ακολουθήσουν. Μπορεί και άλλοι. Η Προφητεία του Ρουίντιαν είπε ότι θα σε μεγαλώσουν άνθρωποι που δεν είναι του αίματος, όμως ο Κουλάντιν δεν θα είναι ο μόνος που θα σε δει ως υδρόβιο».

«Θα φυλάω τα νώτα μου», είπε ξερά ο Ραντ. Στα παραμύθια, όταν κάποιος εκπλήρωνε μια προφητεία, όλοι φώναζαν «ιδού!» ή κάτι τέτοιο και αυτό ήταν όλο, και μετά απλώς είχε να λογαριαστεί με τους κακούς. Όπως φαινόταν, η αληθινή ζωή δεν ήταν έτσι.

Όταν μπήκαν στη σκηνή, ο Ματ ήδη καθόταν σε ένα κόκκινο μαξιλάρι με χρυσές φούντες, έχοντας βγάλει το σακάκι και το πουκάμισό του. Μια γυναίκα, που φορούσε λευκή ρόμπα με κουκούλα, του είχε ξεπλύνει το αίμα από το πρόσωπο και καθάριζε το στήθος του. Η Άμυς είχε ένα πέτρινο γουδί ανάμεσα στα γόνατα και ανακάτευε μια αλοιφή με το γουδοχέρι, ενώ η Μπάιρ και η Σεάνα είχαν σκύψει δίπλα-δίπλα το κεφάλι, πάνω από κάτι βότανα που σιγόβραζαν σε μια κατσαρόλα.

Η Μελαίν κοίταξε με μια γκριμάτσα τον Λαν και τον Ρούαρκ, και ύστερα στύλωσε τα ψυχρά, πράσινα μάτια της στον Ραντ. «Γδύσου ως τη μέση», του είπε απότομα. «Τα κοψίματα στο κεφάλι δεν φαίνονται άσχημα, αλλά θέλω να δω τι έχεις και διπλώθηκες στα δύο». Χτύπησε ένα μικρό, μπρούτζινο σήμαντρο και από το πίσω μέρος της σκηνής μπήκε άλλη μια γυναίκα με λευκή ρόμπα, κρατώντας μια αχνιστή, ασημένια λεκάνη στα χέρια και πετσέτες στο μπράτσο.