Выбрать главу

Ο Ραντ κάθισε στο μαξιλάρι και κράτησε το κορμί του ίσιο. «Μη νοιάζεσαι γι' αυτό», την καθησύχασε. Η δεύτερη λευκοντυμένη γυναίκα γονάτισε με χάρη δίπλα του, αντιστάθηκε στην προσπάθειά του να της πάρει το ύφασμα που είχε βρέξει στη λεκάνη και άρχισε να του καθαρίζει απαλά το πρόσωπο. Αναρωτήθηκε ποια ήταν. Έμοιαζε με Αελίτισσα, αλλά δεν φερόταν σαν τέτοια. Τα γκρίζα μάτια της είχαν μια αποφασισμένη, ταπεινή έκφραση.

«Είναι μια παλιά λαβωματιά», είπε η Εγκουέν στη χρυσόξανθη Σοφή. «Η Μουαραίν ποτέ δεν μπόρεσε να τη Θεραπεύσει τελείως». Η ματιά που έριξε στον Ραντ έλεγε ότι από ευγένεια έπρεπε το έχει πει ο ίδιος. Από τις ματιές που αντάλλαξαν μεταξύ τους οι Σοφές, ο Ραντ σκέφτηκε ότι η Εγκουέν ήδη είχε πει πολλά. Μια πληγή την οποία μια Άες Σεντάι δεν μπορούσε να Θεραπεύσει· γι' αυτές ήταν ένα αίνιγμα. Η Μουαραίν έμοιαζε να ξέρει για τον Ραντ περισσότερα απ' όσα ήξερε ο ίδιος για τον εαυτό του και δυσκολευόταν να την αντιμετωπίσει. Ίσως να ήταν ευκολότερο με τις Σοφές, αν δεν τα ήξεραν όλα γι' αυτόν και έπρεπε να μαντεύουν.

Το πρόσωπο του Ματ συσπάστηκε, όταν η Άμυς άρχισε να απλώνει την αλοιφή στις χαρακιές στο στήθος του. Κρίνοντας από τη μυρωδιά της αλοιφής, η έκφραση πόνου ήταν απολύτως δικαιολογημένη. Η Μπάιρ έδωσε στον Ματ ένα ασημένιο κύπελλο. «Πιες το, παλικάρι μου. Η ρίζα τίμσιν και το ασημόφυλλο είναι τα μόνα που μπορούν να γιατρέψουν τον πονοκέφαλό σου, αν γιατρεύεται».

Αυτός δεν δίστασε και το κατάπιε όλο· ανατρίχιασε και στράβωσε το πρόσωπό του. «Έχει γεύση σαν τις μπότες μου». Εντούτοις, της έκανε μια υπόκλιση έτσι καθισμένος, τόσο επίσημη που θα ικανοποιούσε και Δακρινό, παρ' όλο που ήταν δίχως πουκάμισο, αλλά τη χάλασε με το ξαφνικό χαμόγελό του. «Σ' ευχαριστώ, Σοφή. Και δεν θα ρωτήσω αν πρόσθεσες κάτι για να του δώσεις αυτή την... αξέχαστη γεύση». Το μαλακό γέλιο της Μπάιρ και της Σεάνα σήμαινε ότι μπορεί να είχαν κάνει ακριβώς αυτό, αλλά μπορεί και όχι, όμως φαινόταν ότι, ως συνήθως, ο Ματ είχε βρει έναν τρόπο να τον πάρουν οι γυναίκες με καλό μάτι. Ακόμα και η Μελαίν του χάρισε ένα μικρό χαμόγελο.

«Ρούαρκ», είπε ο Ραντ, «αν ο Κουλάντιν θέλει να κάνει φασαρία, πρέπει να τον προλάβω. Πώς θα το πω στους άλλους αρχηγούς φατρίας; Για μένα. Για αυτά». Σήκωσε τα χέρια του, που τα κύκλωναν οι Δράκοντες. Η λευκοντυμένη γυναίκα δίπλα του, που του καθάριζε το μακρύ κόψιμο στα μαλλιά του, απέφυγε με προσοχή να τους κοιτάξει.

«Δεν υπάρχει ορισμένος επίσημος τρόπος», είπε ο Ρούαρκ. «Πώς θα μπορούσε, άλλωστε, για κάτι που θα συμβεί μονάχα μια φορά; Όταν πρέπει να γίνει συνάντηση μεταξύ των αρχηγών φατριών, υπάρχουν μέρη όπου υπάρχει κάτι σαν την Ειρήνη του Ρουίντιαν. Το κοντινότερο στην Κρυόπετρα, το κοντινότερο στο Ρουίντιαν, είναι το Άλκαιρ Νταλ. Εκεί μπορείς να δείξεις την απόδειξη στους αρχηγούς φατριών και τους αρχηγούς φυλών».

«Το Αλ'καίρ Νταλ;» είπε ο Ματ, τονίζοντας το ελαφρώς διαφορετικά. «Η Χρυσή Γαβάθα;»

Ο Ρούαρκ ένευσε. «Ένα στρογγυλό φαράγγι, αν και δεν έχει τίποτα χρυσό. Υπάρχει ένα πεζούλι σε μια άκρη κι ένας άνθρωπος που στέκεται εκεί μπορεί να ακουστεί απ' όλους στο φαράγγι, χωρίς να υψώσει τη φωνή του».

Ο Ραντ κοίταξε τους Δράκοντες σμίγοντας τα φρύδια. Δεν ήταν ο μόνος που είχε σημαδευτεί με κάποιον τρόπο από το Ρουίντιαν. Ο Ματ δεν μιλούσε πια μόνο λίγες λέξεις της Παλιάς Γλώσσας χωρίς να ξέρει τι έλεγε. Την καταλάβαινε μετά το Ρουίντιαν, αν και δεν φαινόταν να το συνειδητοποιεί. Η Εγκουέν κοίταζε τον Ματ. Σκεφτικά. Είχε περάσει πολύ καιρό με τις Άες Σεντάι.

«Ρούαρκ, μπορείς να στείλεις αγγελιοφόρους στους αρχηγούς φατρίας;» είπε. «Πόσο καιρό θα κάνουν για να πάνε όλοι στο Άλκαιρ Νταλ; Τι θα χρειαστεί για να έρθουν όλοι στα σίγουρα;»

«Οι αγγελιοφόροι θα κάνουν βδομάδες και θα πάρει επίσης βδομάδες για να συγκεντρωθούν όλοι». Ο Ρούαρκ έκανε μια χειρονομία προς τις τέσσερις Σοφές. «Αυτές μπορούν να μιλήσουν σε όλους τους αρχηγούς φατρίας στα όνειρά τους μέσα σε μια νύχτα, σε όλους τους αρχηγούς φυλών. Και σε όλες τις Σοφές, για σιγουριά, για να μη νομίσει κανένας άντρας ότι ήταν ένα απλό όνειρο».

«Το εκτιμώ που πιστεύεις ότι μπορούμε να κινήσουμε βουνά, σκιά της καρδιάς μου», είπε καυστικά η Άμυς, ενώ καθόταν πλάι στον Ραντ με την αλοιφή της, «αλλά δεν είναι έτσι. Θα χρειαζόμασταν αρκετές νύχτες για να κάνουμε αυτό που ζητάς και δεν θα αναπαυόμασταν σχεδόν καθόλου».

Ο Ραντ την έπιασε από το χέρι, όταν αυτή άρχισε να του αλείφει στο μάγουλο το μίγμα με τη δριμεία μυρωδιά. «Θα το κάνετε;»