«Τόσο πολύ βιάζεσαι να μας καταστρέψεις;» ζήτησε να μάθει αυτή και μετά δάγκωσε ενοχλημένη το χείλος της, όταν τινάχτηκε η λευκοντυμένη γυναίκα στην άλλη μεριά του Ραντ.
Η Μελαίν χτύπησε δυο φορές παλαμάκια. «Αφήστε μας», είπε αυστηρά και οι γυναίκες με τα λευκά βγήκαν υποκλινόμενες, κρατώντας τις λεκάνες και τις πετσέτες.
«Με κεντρίζεις σαν κολλιτσίδα που δεν λέει να φύγει από πάνω μου», είπε πικρά η Άμυς στον Ραντ. «Ό,τι κι αν τους πούμε, αυτές οι γυναίκες θα μιλήσουν για πράγματα που δεν έπρεπε να ξέρουν». Τράβηξε το χέρι της κι άρχισε να του βάζει αλοιφή με πιο δυνατές κινήσεις απ' όσο χρειαζόταν. Το τσούξιμο ήταν χειρότερο από τη μυρωδιά.
«Δεν θέλω να σε πιέσω», είπε ο Ραντ, «αλλά δεν υπάρχει χρόνος. Οι Αποδιωγμένοι είναι ελεύθεροι, Άμυς, και αν βρουν πού είμαι, ή τι σχεδιάζω...» Οι Αελίτισσες δεν έδειξαν να ξαφνιάζονται. Το ήξεραν ήδη; «Εννιά ζουν ακόμα. Είναι πολλοί κι αυτοί που δεν θέλουν να με σκοτώσουν, νομίζουν ότι μπορούν να με χρησιμοποιήσουν. Δεν έχω χρόνο. Αν ήξερα τον τρόπο να φέρω εδώ όλους τους αρχηγούς φατρίας και να τους κάνω να με αποδεχτούν, θα το έκανα».
«Τι σχέδιο έχεις;» Η φωνή της Άμυς ήταν σκληρή, σαν το πρόσωπό της.
«Θα ζητήσεις —θα πεις― στους αρχηγούς να έρθουν στο Άλκαιρ Νταλ;»
Για αρκετή ώρα αυτή έμεινε να αντικρίζει το βλέμμα του. Όταν ένευσε στο τέλος, το έκανε με μισή καρδιά.
Έστω κι έτσι, ένιωσε να τον αφήνει λίγο η ένταση μέσα του. Δεν υπήρχε τρόπος να ξανακερδίσει εκείνες τις επτά χαμένες μέρες, αλλά ίσως κατάφερνε να μη χάσει κι άλλες. Όμως τον κρατούσε εδώ το γεγονός ότι η Μουαραίν βρισκόταν ακόμα στο Ρουίντιαν, μαζί με την Αβιέντα. Δεν μπορούσε να την εγκαταλείψει.
«Ήξερες τη μητέρα μου», είπε. Η Εγκουέν έγειρε μπροστά, προσηλωμένη σαν κι αυτόν, ενώ ο Ματ κούνησε το κεφάλι.
Το χέρι της Άμυς έμεινε ακίνητο στο πρόσωπό του. «Την ήξερα».
«Μίλα μου γι’ αυτή. Σε παρακαλώ».
Εκείνη κοίταξε το κόψιμο πάνω από το αφτί του· αν το σμίξιμο των φρυδιών μπορούσε να Θεραπεύσει, δεν θα χρειαζόταν αλοιφή. Στο τέλος, μίλησε. «Η ιστορία της Σάελ, όπως την ξέρω εγώ, αρχίζει όταν ήμουν ακόμα Φαρ Ντάραϊς Μάι, πάνω από ένα χρόνο πριν εγκαταλείψω το δόρυ. Μερικές από μας, τριγυρνώντας, είχαμε φτάσει σχεδόν ως το Δρακότειχος. Μια μέρα είδαμε μια γυναίκα, μια νεαρή, χρυσομαλλούσα υδρόβια, που φορούσε μεταξωτά ρούχα, είχε άλογα φορτωμένα και ίππευε μια ωραία φοράδα. Αν ήταν άντρας θα τον είχαμε σκοτώσει, φυσικά, αλλά αυτή δεν είχε όπλο, παρά μόνο ένα απλό μαχαίρι στη ζώνη. Μερικές ήθελαν να τη γυρίσουμε γυμνή στο Δρακότειχος» —η Εγκουέν ανοιγόκλεισε τα μάτια· συνεχώς την ξάφνιαζε η σκληρότητα των Αελιτών. Η Αμυς συνέχισε δίχως παύση― «όμως αυτή έμοιαζε να ψάχνει αποφασισμένα κάτι. Την ακολουθήσαμε με περιέργεια για μέρες πολλές, χωρίς να εμφανιστούμε μπροστά της. Τα άλογά της πέθαναν, της τελείωσαν τα τρόφιμα, το νερό, αλλά αυτή δεν γύρισε πίσω. Συνέχισε να προχωρά παραπατώντας, ώσπου στο τέλος έπεσε και δεν μπορούσε να ξανασηκωθεί. Αποφασίσαμε να της δώσουμε νερό και να ρωτήσουμε για την ιστορία της. Ήταν στα πρόθυρα του θανάτου και πέρασε μια ολόκληρη μέρα μέχρι να μπορέσει να μιλήσει».
«Το όνομά της ήταν Σάελ;» είπε ο Ραντ, όταν η Άμυς έκανε μια μικρή παύση. «Από που ήταν; Γιατί είχε έρθει εδώ;»
«Σάελ», είπε η Μπάιρ, «ήταν το όνομα που διάλεξε. Όσο καιρό την ήξερα, δεν είπε άλλο όνομα. Στην Παλιά Γλώσσα σημαίνει Γυναίκα Που Είναι Αφοσιωμένη». Ο Ματ συμφώνησε μ' ένα νεύμα, χωρίς να καταλαβαίνει τι είχε κάνει· ο Λαν τον κοίταξε σκεφτικά, καθώς έπινε νερό από ένα ασημένιο κύπελλο. «Στην αρχή, η Σάελ είχε μια πίκρα», κατέληξε.
Η Άμυς ένευσε και κάθισε μισογονατισμένη πλάι στον Ραντ. «Μίλησε για ένα εγκαταλειμμένο παιδί, για ένα γιο που αγαπούσε. Για ένα σύζυγο που δεν αγαπούσε. Σε ποιο μέρος, δεν είπε. Δεν νομίζω να συγχώρεσε ποτέ τον εαυτό της που άφησε εκείνο το παιδί. Δεν έλεγε πολλά, παρά μόνο όσα έπρεπε. Έψαχνε για μας, για τις Κόρες του Δόρατος. Μια Άες Σεντάι που λεγόταν Γκιτάρα Μορόζο, η οποία είχε την Πρόβλεψη, της είχε πει ότι θα έβρισκε συμφορά την ίδια και το λαό της, ίσως και τον κόσμο, αν δεν ερχόταν να μείνει με τις Κόρες του Δόρατος, χωρίς να πει σε κανέναν ότι θα έφευγε. Έπρεπε να γίνει Κόρη και δεν θα μπορούσε να επιστρέψει στη γη της, αν δεν πήγαιναν πρώτα οι Κόρες στην Ταρ Βάλον».
Κούνησε το κεφάλι γεμάτη θαυμασμό. «Πρέπει να καταλάβετε πώς μας φαινόταν αυτό τότε. Οι Κόρες να πάνε στην Ταρ Βάλον; Κανένας Αελίτης δεν είχε διαβεί ποτέ το Δρακότειχος από τη μέρα που είχαμε πρωτοφτάσει στην Τρίπτυχη Γη. Θα περνούσαν άλλα τέσσερα χρόνια για να ξαναβγούμε στις υδατοχώρες, με το έγκλημα του Λάμαν. Και βέβαια δεν είχε γίνει ποτέ Κόρη του Δόρατος κάποια που να μην είναι Αελίτισσα. Αλλά είχε μια πεισματάρικη θέληση και κάπως έγινε και συμφωνήσαμε να δοκιμάσει».