Выбрать главу

Γκιτάρα Μορόζο. Μια Άες Σεντάι που είχε την Πρόβλεψη. Κάπου είχε ακούσει το όνομα, πού όμως; Και είχε αδελφό. Έναν ετεροθαλή αδελφό. Μεγαλώνοντας, αναρωτιόταν πώς θα ήταν αν είχε έναν αδελφό ή μια αδελφή. Ποιος ήταν και πού; Όμως η Άμυς; μιλούσε.

«Σχεδόν όλα τα κορίτσια ονειρεύονται να γίνουν Κόρες και μαθαίνουν τουλάχιστον τα στοιχειώδη για το τόξο και το δόρυ, καθώς και πώς να πολεμούν με χέρια και πόδια. Ακόμα κι έτσι, εκείνες που κάνουν το τελευταίο βήμα και παντρεύονται το δόρυ ανακαλύπτουν ότι δεν ξέρουν τίποτα. Για τη Σάελ ήταν πιο δύσκολο. Ήξερε καλά το τόξο, αλλά δεν είχε τρέξει ποτέ ούτε ένα μίλι, δεν είχε επιζήσει τρεφόμενη μόνο με ό,τι έβρισκε. Ένα δεκάχρονο κοριτσάκι μπορούσε να τη νικήσει και δεν ήξερε καν ποια φυτά δείχνουν ότι υπάρχει νερό. Όμως επέμενε. Σ' ένα χρόνο είχε πει τους όρκους στο δόρυ κι έγινε Κόρη, που την υιοθέτησε η φυλή Τσουμάι του Τάαρνταντ».

Και στο τέλος είχε πάει στην Ταρ Βάλον με τις Κόρες, για να πεθάνει στις πλαγιές του Όρους του Δράκοντα. Μισή απάντηση, που γεννούσε καινούριες ερωτήσεις. Μακάρι μόνο να μπορούσε να δει το πρόσωπό της.

«Έχεις κάτι απ' αυτή στα χαρακτηριστικά σου», είπε η Σεάνα, σαν να διάβαζε τις σκέψεις του. Είχε βολευτεί σταυροπόδι, με ένα μικρό, ασημένιο κύπελλο κρασί στο χέρι. «Λιγότερα από τον Τζάντουιν».

«Τζάντουιν; Ο πατέρας μου;»

«Ναι», είπε η Σεάνα. «Ήταν αρχηγός φατρίας του Τάαρνταντ τότε, ο νεότερος απ' όσο θυμόμαστε ποτέ. Αλλά είχε τον τρόπο του, μια εξουσία. Οι άνθρωποι τον άκουγαν και τον ακολουθούσαν, ακόμα κι εκείνοι που δεν ήταν της φατρίας του. Έδωσε τέλος στη βεντέτα αίματος μεταξύ Τάαρνταντ και Νακάι, που κρατούσε διακόσια χρόνια, και έκανε συμμαχία όχι μόνο με το Νακάι αλλά και με το Ρέυν ― σχεδόν είχαν και με το Ρέυν βεντέτα αίματος. Παραλίγο να σταματήσει και τη βεντέτα μεταξύ του Σάαραντ και του Γκόσιεν, επίσης, και ίσως να το κατάφερνε, αν ο Λάμαν δεν είχε κόψει το Δέντρο. Αν και νεαρός, αυτός ηγήθηκε του Τάαρνταντ και του Νακάι, του Ρέυν και του Σάαραντ, για να τιμωρήσουν τον Λάμαν».

Αρα ήταν νεκρός κι αυτός. Το πρόσωπο της Εγκουέν έδειχνε συμπόνια. Ο Ραντ δεν έδωσε σημασία· δεν ήθελε συμπόνια. Πώς να νιώσεις την απώλεια ανθρώπων που δεν έχεις γνωρίσει; Μα αυτό ένιωθε μέσα του. «Πώς πέθανε ο Τζάντουιν;»

Οι Σοφές αντάλλαξαν διστακτικές ματιές. Στο τέλος, μίλησε η Άμυς. «Ήταν η αρχή του τρίτου χρόνου στην αναζήτηση του Λάμαν, όταν η Σάελ κατάλαβε ότι θα έφερνε στον κόσμο παιδί. Σύμφωνα με τους νόμους, έπρεπε να επιστρέψει στην Τρίπτυχη Γη. Η Κόρη απαγορεύεται να φέρει δόρυ όταν έχει στην κοιλιά παιδί. Ο Τζάντουιν, όμως, δεν μπορούσε να της απαγορέψει τίποτα· αν ζητούσε τον ουρανό με τ' άστρα, θα προσπαθούσε να της τα φέρει. Έτσι η Σάελ έμεινε εκεί, και στην τελευταία μάχη, μπροστά στην Ταρ Βάλον, χάθηκε, και το παιδί χάθηκε κι αυτό. Ο Τζάντουιν δεν μπορούσε να συγχωρήσει τον εαυτό του που δεν την είχε αναγκάσει να υπακούσει το νόμο».

«Εγκατέλειψε τη θέση του ως αρχηγός φατρίας», είπε η Μπάιρ. «Κανείς δεν είχε κάνει ποτέ τέτοιο πράγμα. Του είπαν ότι δεν γινόταν, αλλά αυτός απλώς σηκώθηκε κι έφυγε. Πήγε βόρεια με τους νεαρούς, για να κυνηγήσει Τρόλοκ και Μυρντράαλ στη Μάστιγα. Είναι κάτι που κάνουν οι ατίθασοι νεαροί, καθώς και οι Κόρες που δεν έχουν μυαλό στο κεφάλι τους. Αυτοί που γύρισαν, όμως, είπαν ότι τον σκότωσε άνθρωπος. Είπαν ότι ο Τζάντουιν ισχυρίστηκε ότι ήταν ένας άντρας που έμοιαζε με τη Σάελ και ότι δεν μπόρεσε να σηκώσει το δόρυ, όταν ο άλλος τον τρύπησε πέρα ως πέρα».

Νεκρός, λοιπόν. Νεκροί και οι δύο. Δεν θα έχανε ποτέ την αγάπη που έτρεφε για τον Ταμ, ποτέ δεν θα έπαυε να τον σκέφτεται σαν πατέρα, αλλά ευχόταν να είχε δει τον Τζάντουιν και τη Σάελ έστω μια φορά.

Η Εγκουέν προσπάθησε να τον παρηγορήσει, φυσικά, όπως κάνουν πάντα οι γυναίκες, θα ήταν άδικος κόπος να την πείσει ότι αυτό που είχε χάσει ήταν κάτι που δεν είχε ποτέ. Για μνήμες γονιών είχε το σιγανό γέλιο του Ταμ αλ'Θόρ, καθώς και πιο αμυδρές αναμνήσεις των απαλών χεριών της Κάρι αλ'Θόρ. Κανείς δεν χρειαζόταν και δεν ήθελε κάτι παραπάνω. Η Εγκουέν φάνηκε να απογοητεύεται, ακόμα και να αναστατώνεται λιγάκι μαζί του, και οι Σοφές έμοιαζαν να νιώθουν πάνω-κάτω τα ίδια· η Μπάιρ τον κοίταζε απροκάλυπτα αποδοκιμαστικά, ενώ η Μελαίν ξεφυσούσε και έσιαζε επιδεικτικά την εσάρπα της. Οι γυναίκες ποτέ δεν καταλάβαιναν. Ο Ρούαρκ, ο Λαν και ο Ματ τον κατάλαβαν· τον άφησαν μόνο, όπως ήθελε.

Για κάποιο λόγο δεν είχε όρεξη να φάει όταν η Μελαίν είπε να φέρουν φαγητό κι έτσι πήγε να ξαπλώσει στην άκρη της σκηνής, με ένα μαξιλάρι κάτω από τον αγκώνα του, ατενίζοντας την πλαγιά και την τυλιγμένη στην ομίχλη πόλη. Ο ήλιος έλιωνε την κοιλάδα και τα γύρω βουνά, καίγοντας τις σκιές. Ο αέρας που ερχόταν στη σκηνή έμοιαζε να βγαίνει από ανοιχτό φούρνο.