Выбрать главу

Ύστερα από λίγο τον πλησίασε ο Ματ, φορώντας καθαρό πουκάμισο. Κάθισε αμίλητος πλάι στον Ραντ κοιτώντας στην κοιλάδα πιο κάτω, με το παράξενο δόρυ γερμένο στο γόνατο του. Πού και πού ψηλαφούσε την ελικοειδή γραφή που ήταν χαραγμένη στο μαύρο κοντάρι.

«Πώς είναι το κεφάλι σου;» ρώτησε ο Ραντ και ο Ματ τινάχτηκε.

«Δεν... πονάει πια». Πήρε απότομα τα δάχτυλα από το δόρυ και δίπλωσε τα χέρια προσεκτικά στα γόνατά του. «Όχι και τόσο πολύ. Δεν ξέρω τι έβαλαν μέσα, αλλά έκανε δουλειά».

Έμεινε πάλι σιωπηλός και ο Ραντ τον άφησε. Ούτε ο ίδιος ήθελε να μιλήσει. Ένιωθε το χρόνο να κυλά, κόκκους άμμου να πέφτουν σε μια κλεψύδρα, ένας-ένας, αργά-αργά. Όλα, όμως, έμοιαζαν να τρέμουν, η άμμος έμοιαζε έτοιμη να εκραγεί και να χυθεί σαν χείμαρρος. Τι ανοησία. Απλώς τον επηρέαζε η τρεμουλιαστή αχλύ της κάψας που υψωνόταν από τα γυμνά βράχια του βουνού. Ακόμα κι αν η Μουαραίν εμφανιζόταν μπροστά του εκείνη τη στιγμή, οι αρχηγοί φατρίας δεν θα έφταναν στο Άλκαιρ Νταλ ούτε μια μέρα νωρίτερα. Ήταν ένα μέρος του συνόλου, στο κάτω-κάτω, και ίσως να ήταν το λιγότερο σημαντικό. Λίγο αργότερα πρόσεξε τον Λαν να κάθεται αναπαυτικά στην ίδια γρανιτένια προεξοχή που καθόταν πριν ο Κουλάντιν, χωρίς να τον νοιάζει ο ήλιος. Ο Πρόμαχος παρατηρούσε την κοιλάδα. Άλλος ένας που δεν του άρεσε να μιλά.

Ο Ραντ αρνήθηκε και το μεσημεριανό γεύμα, αν και η Εγκουέν με τις Σοφές προσπάθησαν όλες με τη σειρά να τον μεταπείσουν. Έμοιαζαν να δέχονται ήρεμα την άρνησή του, αλλά όταν είπε ότι σκεφτόταν να επιστρέψει στο Ρουίντιαν για να αναζητήσει τη Μουαραίν —και την Αβιέντα, βεβαίως― η Μελαίν δεν άντεξε άλλο.

«Ανόητε! Κανένας άντρας δεν μπορεί να πάει δεύτερη φορά στο Ρουίντιαν. Ακόμα κι εσύ δεν θα γυρνούσες ζωντανός! Κάτσε να πεινάσεις, αν αυτό θες!» Του πέταξε μισό καρβέλι ψωμί στο κεφάλι. Ο Ματ το έπιασε στον αέρα και άρχισε να τρώει ήρεμα.

«Γιατί θες να ζήσω;» τη ρώτησε ο Ραντ. «Ξέρεις τι είπαν εκείνες οι Άες Σεντάι μπροστά στο Ρουίντιαν. Θα σας καταστρέψω. Γιατί δεν συνωμοτείς με τον Κουλάντιν να με σκοτώσετε;» Ο Ματ στραβοκατάπιε και η Εγκουέν στάθηκε με τις γροθιές στους γοφούς της, έτοιμη να πιάσει το κήρυγμα, αλλά ο Ραντ είχε την προσοχή του στη Μελαίν. Αυτή, αντί να απαντήσει, τον αγριοκοίταξε και έφυγε από τη σκηνή.

Αυτή που μίλησε ήταν η Μπάιρ. «Όλοι νομίζουν ότι ξέρουν την Προφητεία του Ρουίντιαν, όμως αυτά που ξέρουν είναι όσα τους λένε οι Σοφές και οι αρχηγοί φατριών στο πέρασμα των γενεών. Δεν είναι ψέματα, αλλά δεν είναι και ολόκληρη η αλήθεια. Η αλήθεια μπορεί να γονατίσει και τον δυνατότερο».

«Ποια είναι η ολόκληρη αλήθεια;» επέμεινε ο Ραντ.

Εκείνη έριξε μια ματιά στον Ματ και μετά του απάντησε. «Σ' αυτή την περίπτωση, ολόκληρη η αλήθεια, η αλήθεια που ως τώρα γνώριζαν μόνο οι Σοφές και οι αρχηγοί φατρίας, είναι ότι είσαι ο όλεθρός μας. Ο όλεθρός μας και η σωτηρία μας. Χωρίς εσένα, κανένας από το λαό μας δεν θα επιζήσει μετά την Τελευταία Μάχη. Μπορεί να μη ζήσουμε καν μέχρι την Τελευταία Μάχη. Αυτή είναι η προφητεία ― και η αλήθεια. Με σένα... “Θα χύσει το αίμα εκείνων που αυτοαποκαλούνται Αελίτες σαν νερό στην άμμο και θα τους τσακίσει σαν ξερόκλαδα, όμως θα σώσει τα υπολείμματα των υπολειμμάτων τους και θα ζήσουν”. Σκληρή προφητεία, όμως αυτή η γη ούτε ήταν, ούτε είναι στοργική». Του ανταπέδωσε το βλέμμα άφοβα. Σκληρή γη, σκληρή γυναίκα.

Ο Ραντ γύρισε από την άλλη μεριά και συνέχισε να κοιτάζει την κοιλάδα. Οι άλλοι έφυγαν, εκτός από τον Ματ.

Κατά το απογευματάκι είδε επιτέλους μια μορφή να ανεβαίνει το βουνό, σκαρφαλώνοντας κουρασμένα. Ήταν η Αβιέντα. Ο Ματ είχε δίκιο· ήταν γυμνή, όπως την είχε γεννήσει η μάνα της. Κι έδειχνε, επίσης, τι μπορούσε να σου κάνει ο ήλιος, παρ' όλο που ήταν Αελίτισσα· μόνο τα χέρια και το πρόσωπό της είχαν μαυρίσει από τον ήλιο, το υπόλοιπο κορμί της ήταν κατακόκκινο. Ο Ραντ χάρηκε που την είδε. Τον αντιπαθούσε, αλλά επειδή νόμιζε ότι είχε φερθεί άσχημα στην Ηλαίην. Το πιο απλό κίνητρο. Δεν ήταν για την προφητεία, για τον όλεθρο, για τους Δράκοντες στα χέρια του ή για το γεγονός ότι ήταν ο Αναγεννημένος Δράκοντας. Ήταν για έναν απλό, ανθρώπινο λόγο. Σχεδόν ανυπομονούσε να αντικρίσει το ψυχρό, προκλητικό βλέμμα της.

Όταν αυτή τον είδε, πάγωσε, ενώ τα γαλαζοπράσινα μάτια της δεν είχαν τίποτα το ψυχρό. Η ματιά της έκανε τον ήλιο να μοιάζει παγωμένος· ήταν θαύμα που ο Ραντ δεν είχε καεί, δεν είχε γίνει στάχτες εκεί μπροστά της.

«Ε... Ραντ;» είπε χαμηλόφωνα ο Ματ. «Εγώ στη θέση σου δεν θα της γύριζα την πλάτη».

Ένας αναστεναγμός κούρασης βγήκε από μέσα της. Φυσικά. Αν είχε μπει σε εκείνες τις γυάλινες κολώνες, το ήξερε. Η Μπάιρ, η Μελαίν, οι άλλες ― είχαν χρόνια στη διάθεσή τους για να το συνηθίσουν. Για την Αβιέντα ήταν μια φρέσκια πληγή, ορθάνοιχτη. Δεν είναι παράξενο που τώρα με μισεί.