Выбрать главу

Οι Σοφές βγήκαν έξω για να ανταμώσουν την Αβιέντα και την πήραν βιαστικά σε μια άλλη σκηνή. Όταν την ξαναείδε ο Ραντ, φορούσε ένα φαρδύ, καφετί φουστάνι και μια άνετη, λευκή μπλούζα, με μια εσάρπα τυλιγμένη στα χέρια της. Δεν φαινόταν να νιώθει άνετα φορώντας ρούχα. Τον είδε να την παρακολουθεί και η οργή στο πρόσωπό της —η απόλυτη, ζωώδης οργή― έφτασε για να τον κάνει να γυρίσει αλλού.

Όταν εμφανίστηκε η Μουαραίν, οι σκιές έφταναν στα απέναντι βουνά· έπεφτε και παραπατούσε καθώς σκαρφάλωνε, καμένη από τον ήλιο σαν την Αβιέντα. Ξαφνιάστηκε βλέποντας ότι ούτε αυτή φορούσε ρούχα. Οι γυναίκες ήταν τρελές, τελεία και παύλα, σκέφτηκε.

Ο Λαν πήδηξε από την προεξοχή του βράχου και έτρεξε να τη βρει. Τη σήκωσε στην αγκαλιά του και ανηφόρισε τρέχοντας, ίσως πιο γρήγορα απ' όσο σκόπευε, βρίζοντας και καλώντας εναλλάξ τις Σοφές. Το κεφάλι της Μουαραίν έγερνε χαλαρά στον ώμο του. Οι Σοφές βγήκαν και την πήραν, ενώ η Μελαίν αναγκάστηκε να του φράξει το δρόμο, όταν αυτός προσπάθησε να τις ακολουθήσει στη σκηνή. Ο Λαν έμεινε να κόβει βόλτες απ' έξω, χτυπώντας τη γροθιά στο χέρι του.

Ο Ραντ γύρισε ανάσκελα και κοίταξε τη χαμηλή οροφή της σκηνής. Είχε γλιτώσει τρεις μέρες. Έπρεπε να νιώθει χαρά που είχαν γυρίσει σώες η Μουαραίν και η Αβιέντα, όμως η ανακούφιση του ήταν για τις μέρες που είχε γλιτώσει. Ο χρόνος ήταν το παν. Έπρεπε να διαλέξει αυτός το χώρο. Ίσως και τώρα ακόμα να προλάβαινε.

«Τι θα κάνεις τώρα;» ρώτησε ο Ματ.

«Κάτι που θα σου αρέσει. Θα αγνοήσω τους κανόνες».

«Εννοώ, θα φέρεις κάτι να φάμε; Έχω πεθάνει της πείνας».

Άθελά του, ο Ραντ έβαλε τα γέλια. Κάτι να φάνε; Δεν τον ένοιαζε αν δεν έτρωγε ποτέ ξανά. Ο Ματ τον κοίταξε σαν να είχε τρελαθεί κι αυτό τον έκανε να γελάσει ακόμα δυνατότερα. Δεν είχε τρελαθεί. Για πρώτη φορά, κάποιος θα μάθαινε τι σήμαινε το γεγονός ότι ο Ραντ ήταν ο Αναγεννημένος Δράκοντας. Θα πατούσε τους κανόνες με έναν τρόπο που δεν περίμενε κανείς τους.

35

Σκληρά Μαθήματα

Η Καρδιά της Πέτρας στον Τελ'αράν'ριοντ ήταν όπως τη θυμόταν η Εγκουέν από τον πραγματικό κόσμο, με πελώριες, γυαλισμένες κολώνες από κοκκινόπετρα, που υψώνονταν ως την ψηλή οροφή, και κάτω από τον πελώριο, κεντρικό θόλο το Καλαντόρ χωμένο στις λευκές πλάκες του δαπέδου. Το μόνο που έλειπε ήταν οι άνθρωποι. Οι χρυσές λάμπες δεν είχαν ανάψει ακόμα, όμως υπήρχε φως, αμυδρό και έντονο μαζί με κάποιον τρόπο, που έμοιαζε να έρχεται από παντού ταυτοχρόνως, ή από πουθενά. Συχνά ήταν έτσι στα εσωτερικά των κτιρίων στον Τελ'αράν'ριοντ.

Αυτό που δεν περίμενε ήταν η γυναίκα, που στεκόταν πέρα από το λαμπερό, κρυστάλλινο σπαθί και κοίταζε στις μουντές σκιές ανάμεσα στις κολώνες. Η Εγκουέν ξαφνιάστηκε βλέποντας τα ρούχα που είχε βάλει. Ξυπόλητη, με φαρδύ παντελόνι από κίτρινο, μπροκάρ μετάξι. Πάνω από τη σκούρα κίτρινη, υφασμάτινη ζώνη ήταν γυμνή, με εξαίρεση τις χρυσές αλυσίδες που κρεμόταν γύρω από το λαιμό της. Μικρά, χρυσά σκουλαρίκια στόλιζαν τα αφτιά της σε σειρές που σπίθιζαν και, το πιο εκπληκτικό απ' όλα, ένα άλλο σκουλαρίκι τρυπούσε τη μύτη της, με μια λεπτή αλυσιδίτσα γεμάτη με μικρές, χρυσές πλάκες, που από τον κρίκο στη μύτη έφτανε ως ένα σκουλαρίκι στο αριστερό της αφτί.

«Ηλαίην;» έκανε απορημένη η Εγκουέν και κουκουλώθηκε με την εσάρπα, σαν να ήταν η ίδια που δεν φορούσε μπλούζα. Είχε ντυθεί Σοφή αυτή τη φορά, δίχως ιδιαίτερο λόγο.

Η Κόρη-Διάδοχος τινάχτηκε και όταν στράφηκε προς την Εγκουέν ξανά, φορούσε μια σεμνή εσθήτα σε ανοιχτό πράσινο χρώμα, με ψηλό, κεντημένο λαιμό και μακριά μανίκια, που οι άκρες τους κρέμονταν πάνω από τις παλάμες της. Δεν είχε σκουλαρίκια. Δεν είχε κρίκο στη μύτη. «Έτσι ντύνονται οι Θαλασσινές στη θάλασσα», έσπευσε να πει κοκκινίζοντας. «Ήθελα να δω πώς είναι κι εδώ έμοιαζε το κατάλληλο μέρος. Στο κάτω-κάτω, δεν μπορώ να το δοκιμάσω πάνω στο πλοίο».

«Πώς είναι;» ρώτησε με περιέργεια η Εγκουέν.

«Για να πω την αλήθεια, κρυώνεις». Η Ηλαίην κοίταξε ολόγυρα τις κολώνες που τις κύκλωναν. «Και σε κάνει να νιώθεις ότι σε κοιτάζουν, ακόμα κι όταν δεν υπάρχει κανείς». Ξαφνικά έβαλε τα γέλια. «Ο Θομ και ο Τζούιλιν, οι καημένοι. Δεν ξέρουν πού να κοιτάξουν. Το μισό πλήρωμα είναι γυναίκες».

Η Εγκουέν, κοιτάζοντας και η ίδια τις κολώνες, σήκωσε τους ώμους αμήχανα. Πράγματι είχε την αίσθηση ότι την παρακολουθούσαν. Σίγουρα έφταιγε το γεγονός ότι ήταν οι μοναδικοί άνθρωποι στην Πέτρα. Όσοι δεν ήξεραν να μπαίνουν στον Τελ'αράν'ριοντ, δεν μπορούσαν να βρουν άλλους εδώ για να τους παρακολουθήσουν. «Ο Θομ; Ο Θομ Μέριλιν; Και ο Τζούιλιν Σάνταρ; Είναι μαζί σας;»