Выбрать главу

«Α, Εγκουέν, τους έστειλε ο Ραντ. Ο Ραντ και ο Λαν. Δηλαδή, για την ακρίβεια, η Μουαραίν έστειλε τον Θομ και ο Ραντ έστειλε τον αφέντη Σάνταρ. Για να μας βοηθήσουν. Η Νυνάβε χαίρεται γι' αυτό, για τον Λαν, αν και, φυσικά, δεν το φανερώνει».

Η Εγκουέν προσπάθησε να συγκρατήσει το χαμόγελό της. Η Νυνάβε χαιρόταν; Το πρόσωπο της Ηλαίην έλαμπε και το φόρεμά της είχε αλλάξει πάλι και είχε πολύ πιο χαμηλό ντεκολτέ, προφανώς χωρίς να το έχει καταλάβει. Το τερ'ανγκριάλ, το στρεβλό, πέτρινο δαχτυλίδι, βοηθούσε την Κόρη-Διάδοχο να πηγαίνει στον Κόσμο των Ονείρων όσο άνετα πήγαινε και η Εγκουέν, αλλά δεν της έδινε έλεγχο. Αυτό έπρεπε να το μάθει μόνη της. Οι τυχαίες σκέψεις —για παράδειγμα, πώς θα ήθελε να δείχνει μπροστά στον Ραντ― μπορούσαν να αλλάξουν τα πράγματα για την Ηλαίην.

«Τι κάνει ο Ραντ;» Η φωνή της Ηλαίην ήταν ένα παράξενο μίγμα από βεβιασμένη άνεση και ανησυχία.

«Να», είπε η Εγκουέν, «νομίζω ότι είναι καλά». Της έδωσε πλήρη αναφορά. Για τις Διαβατικές Πέτρες και το Ρουίντιαν —όσα ήξερε από αυτά που είχε ακούσει, όσα είχε καταφέρει να συμπεράνει από αυτά που έλεγαν, δηλαδή ότι έβλεπαν μέσα από τα μάτια των προγόνων τους― καθώς και για το παράξενο πλάσμα από το λάβαρο του Δράκοντα, που είχε σημαδέψει τα χέρια του Ραντ. Για την αποκάλυψη της Μπάιρ ότι ο Ραντ ήταν ο όλεθρος των Αελιτών, για την πρόσκληση των αρχηγών φατρίας στο Άλκαιρ Νταλ. Η Άμυς και οι άλλες Σοφές πρέπει να το έκαναν αυτό την ώρα που οι δυο τους μιλούσαν· τουλάχιστον έτσι έλπιζε η Εγκουέν. Είπε ακόμα για την παράξενη ιστορία σχετικά με τους αληθινούς γονείς του Ραντ, συντομευμένη. «Δεν ξέρω, όμως. Από τότε κι έπειτα φέρεται πιο παράξενα από ποτέ, ενώ ο Ματ δεν είναι καλύτερος. Δεν εννοώ ότι τρελάθηκε, αλλά... Είναι σκληρός σαν τον Ρούαρκ και τον Λαν σε μερικά πράγματα· μπορεί και πιο σκληρός. Νομίζω πως κάτι σχεδιάζει —κάτι που δεν θέλει να το μάθει κανείς― και βιάζεται να το κάνει. Με ανησυχεί. Μερικές φορές έχω την αίσθηση ότι δεν βλέπει πια ανθρώπους, μόνο κομμάτια στον άβακα, σ' ένα παιχνίδι λίθων».

Η Ηλαίην δεν έδειξε ν' ανησυχεί, ή τουλάχιστον δεν έδειξε να την ανησυχεί αυτό. «Ο Ραντ είναι αυτό που είναι, Εγκουέν. Ένας βασιλιάς, ένας στρατηγός, δεν έχει πάντα την πολυτέλεια να βλέπει ανθρώπους. Όταν ο κυβερνήτης κάνει αυτό που είναι σωστό για ένα έθνος, τότε υπάρχουν φορές που κάποιοι θα βλαφτούν από αυτό που είναι το καλύτερο για το σύνολο. Ο Ραντ είναι βασιλιάς, Εγκουέν, έστω και χωρίς έθνος, εκτός αν μετράς το Δάκρυ, και αν δεν κάνει κάτι που να βλάψει έστω και έναν, τότε θα καταλήξει να τους βλάψει όλους».

Η Εγκουέν ρούφηξε τη μύτη της. Μπορεί να ήταν λογικό, αλλά δεν της άρεσε. Οι άνθρωποι ήταν άνθρωποι, έπρεπε να τους βλέπεις σαν ανθρώπους. «Υπάρχουν κι άλλα. Μερικές Σοφές μπορούν να διαβιβάζουν. Δεν ξέρω πόσες, αλλά υποψιάζομαι ότι δεν είναι και λίγες. Απ' ό,τι μου λέει η Αμυς, εδώ πέρα βρίσκουν όσες γυναίκες έχουν τη σπίθα μέσα τους». Δεν υπήρχαν Αελίτισσες που να πεθαίνουν στην προσπάθεια να μάθουν μόνες τους πώς να διαβιβάζουν, χωρίς να ξέρουν καν τι προσπαθούσαν να κάνουν· στους Αελίτες δεν υπήρχαν αδέσποτες. Τους άντρες που ανακάλυπταν ότι μπορούν να διαβιβάζουν, τους περίμενε χειρότερη μοίρα· πήγαιναν βόρεια, στη Μεγάλη Μάστιγα, και ίσως παραπέρα, στις Ρημαγμένες Χώρες και στο Σάγιολ Γκουλ. «Πάνε να σκοτώσουν τον Σκοτεινό», το έλεγαν. Κανένας δεν επιζούσε τόσο ώστε να τρελαθεί. «Η Αβιέντα έχει, λοιπόν, τη σπίθα. Νομίζω ότι θα είναι πολύ δυνατή. Έτσι νομίζει, πάντως, η Άμυς».

«Η Αβιέντα», απόρησε η Ηλαίην. «Φυσικά. Πώς δεν το κατάλαβα; Ένιωσα την ίδια οικειότητα με την Τζόριν, όπως και μ' αυτήν. Και με σένα, βέβαια».

«Την Τζόριν;»

Η Ηλαίην έκανε μια γκριμάτσα. «Υποσχέθηκα ότι θα φυλάξω το μυστικό της και με την πρώτη ευκαιρία που βρίσκω, αφήνω τη γλώσσα μου να τρέχει. Τέλος πάντων, δεν φαντάζομαι να κάνεις κακό σ' αυτήν ή στις αδελφές της. Η Τζόριν είναι Ανεμοευρέτρια στον Κυματοχορευτή, Εγκουέν. Μπορεί να διαβιβάζει, το ίδιο και κάποιες άλλες Ανεμοευρέτριες». Κοίταξε τις ψηλές κολώνες γύρω τους και ξαφνικά το ντεκολτέ της σηκώθηκε ψηλά, ως το σαγόνι της. Έσιαξε μια σκούρα, δαντελωτή εσάρπα που πριν δεν ήταν εκεί, σκεπάζοντας τα μαλλιά της και ρίχνοντας σκιά στο πρόσωπό της. «Εγκουέν, δεν πρέπει να το πεις πουθενά. Η Τζόριν φοβάται ότι ο Πύργος θα τις αναγκάσει να γίνουν Άες Σεντάι, ή θα προσπαθήσει να τις ελέγξει με κάποιον τρόπο. Υποσχέθηκα να κάνω ό,τι μπορώ για να μη συμβεί αυτό».

«Δεν το λέω», είπε αργά η Εγκουέν. Σοφές και Ανεμοευρέτριες. Υπήρχαν ανάμεσά τους γυναίκες που διαβίβαζαν και καμία που να έχει δώσει τους Τρεις Όρκους, καμία που να τη δεσμεύει η Ράβδος των Όρκων. Οι Όρκοι υποτίθεται πως βοηθούσαν τις Άες Σεντάι να έχουν την εμπιστοσύνη του κόσμου, ή τουλάχιστον να μη φοβούνται οι άνθρωποι τη δύναμή τους, όμως και πάλι οι Άες Σεντάι συχνά ήταν αναγκασμένες να δουλεύουν εν κρυπτώ. Οι Σοφές —και οι Ανεμοευρέτριες, θα έβαζε στοίχημα γι' αυτό― είχαν θέσεις τιμής στις κοινωνίες τους. Δίχως να δεσμεύονται, ώστε υποθετικά να νιώθουν οι άλλοι ασφαλείς. Τούτο αποτελούσε τροφή για σκέψη.