Выбрать главу

«Η Νυνάβε κι εγώ έχουμε προχωρήσει παραπάνω απ' όσο υπολογίζαμε, Εγκουέν. Η Τζόριν μου διδάσκει να ελέγχω τον καιρό —δεν θα πιστέψεις το μέγεθος των ροών που μπορεί να υφάνει!― και δουλεύοντας μαζί κάνουμε τον Κυματοχορευτή να αρμενίζει γρηγορότερα από κάθε άλλη φορά, γεγονός που σημαίνει ότι πάει πραγματικά γρήγορα. Σε τρεις μέρες ακόμα θα έχουμε φτάσει στο Τάντσικο, ίσως και σε δυο, σύμφωνα με την Κόινε. Είναι η Κυρά των Πανιών, η καπετάνισσα. Δέκα μέρες από το Δάκρυ στο Τάντσικο. Και επιπλέον σταματάμε για να μιλήσουμε με κάθε πλοίο των Άθα'αν Μιέρε που βρίσκουμε. Εγκουέν, οι Θαλασσινοί νομίζουν ότι ο Ραντ είναι ο Κόραμουρ τους».

«Αλήθεια;»

«Η Κόινε έχει μάθει λάθος μερικά απ' όσα συνέβησαν στο Δάκρυ —για παράδειγμα, θεωρεί ότι οι Άες Σεντάι τώρα υπηρετούν τον Ραντ· η Νυνάβε κι εγώ σκεφτήκαμε πως το καλύτερο θα ήταν να μην πούμε ότι δεν είναι έτσι― όμως μόλις μιλάει στις άλλες Κυρές των Πανιών, αυτές αμέσως είναι έτοιμες να διαδώσουν το νέο και να υπηρετήσουν τον Ραντ. Πιστεύω ότι θα κάνουν ό,τι τους ζητήσει».

«Μακάρι να ήταν τόσο δεκτικοί και οι Αελίτες», αναστέναξε η Εγκουέν. «Ο Ρούαρκ νομίζει ότι μερικοί θα αρνηθούν να τον αναγνωρίσουν, παρά τους Δράκοντες του Ρουίντιαν. Υπάρχει κάποιος, ονόματι Κουλάντιν, ο οποίος είμαι σίγουρη ότι θα τον σκοτώσει στη στιγμή, αν βρει την παραμικρή ευκαιρία».

Η Ηλαίην πισωπάτησε. «Θα φροντίσεις να μη γίνει τέτοιο πράγμα». Τούτη δεν ήταν ερώτηση ή έκκληση. Ένα σκληρό φως είχε φανεί στα γαλάζια μάτια της και ένα γυμνό εγχειρίδιο στο χέρι της.

«Θα κάνω ό,τι μπορώ. Ο Ρούαρκ του έβαλε σωματοφύλακες».

Η Ηλαίην φάνηκε να συνειδητοποιεί μόνο τότε την ύπαρξη του εγχειριδίου και τινάχτηκε. Η λεπίδα εξαφανίστηκε. «Πρέπει να μου μάθεις αυτά που σου μαθαίνει η Άμυς, Εγκουέν. Με μπερδεύει όταν τα πράγματα εμφανίζονται και μετά χάνονται, ή όταν ξαφνικά συνειδητοποιώ ότι φοράω αλλιώτικα ρούχα. Συμβαίνει έτσι απλά».

«Θα σου τα μάθω. Όταν θα έχω χρόνο». Είχε μείνει ήδη πολλή ώρα στον Τελ'αράν'ριοντ. «Ηλαίην, αν δεν είμαι εδώ την επόμενη φορά που θα πρέπει να συναντηθούμε, μην ανησυχήσεις. Θα προσπαθήσω, αλλά ίσως να μην μπορέσω να έρθω. Μην ξεχάσεις να το πεις στη Νυνάβε. Αν δεν έρθω, να έρχεστε κάθε βράδυ από κει και πέρα. Δεν θα καθυστερήσω να έρθω πάνω από ένα ή δυο βράδια, είμαι σίγουρη».

«Αφού το λες», είπε με αμφιβολία η Ηλαίην. «Θα κάνουμε βδομάδες για να ανακαλύψουμε αν η Λίαντριν και οι άλλες είναι ή δεν είναι στο Τάντσικο. Ο Θομ πιστεύει ότι η πόλη είναι σε αναβρασμό». Το βλέμμα της στράφηκε στο Καλαντόρ, που ήταν μισοχωμένο στο πάτωμα. «Γιατί λες να το έκανε αυτό;»

«Είπε ότι αυτό θα κρατήσει τους Δακρινούς στο πλευρό του. Όσο ξέρουν ότι το σπαθί είναι εδώ, θα ξέρουν ότι ο Ραντ θα ξαναγυρίσει. Μπορεί να ξέρει τι λέει. Το ελπίζω».

«Α! Νόμιζα... ότι ίσως... να είχε θυμώσει... με κάτι».

Η Εγκουέν την κοίταξε σμίγοντας τα φρύδια. Αυτή η διστακτικότητα δεν της ταίριαζε καθόλου. «Με τι να θύμωσε;»

«Α, τίποτα. Μια σκέψη ήταν. Εγκουέν, του έδωσα δύο γράμματα πριν φύγω από το Δάκρυ. Ξέρεις πώς τα δέχτηκε;»

«Όχι, δεν ξέρω. Είπες τίποτα που ίσως να τον θύμωσε;»

«Και βέβαια όχι». Η Ηλαίην γέλασε κεφάτα· το γέλιο της έμοιαζε βεβιασμένο. Το φόρεμα της ξαφνικά έγινε σκούρο μάλλινο, αρκετά ζεστό για βαρύ χειμώνα. «Θα ήμουν ανόητη αν έγραφα κάτι που θα τον θύμωνε». Τα μαλλιά της πετάχτηκαν προς όλες τις κατευθύνσεις, σαν τρελή κορώνα. Δεν το κατάλαβε. «Στο κάτω-κάτω, πασχίζω να τον κάνω να μ' αγαπήσει. Απλώς να τον κάνω να μ' αγαπήσει. Αχ, γιατί να μην είναι απλοί οι άντρες; Γιατί να μας βάζουν σε τόσους μπελάδες; Τουλάχιστον είναι μακριά από την Μπερελαίν». Το μαλλί έγινε πάλι μεταξένιο, ενώ το φόρεμα απέκτησε ακόμα πιο χαμηλό ντεκολτέ από πριν· τα μαλλιά της έλαμπαν στους ώμους της, τόσο που ωχριούσε μπροστά τους η γυαλάδα του φορέματός της. Δίστασε, δαγκώνοντας το κάτω χείλος της. «Εγκουέν; Αν βρεις την ευκαιρία, θα του πεις ότι το εννοούσα αυτό που έγραφα στο... Εγκουέν; Εγκουέν;»

Κάτι είχε αρπάξει την Εγκουέν. Η Καρδιά της Πέτρας χάθηκε στο σκοτάδι, σαν κάτι να την είχε πιάσει από το σβέρκο και να την τραβούσε μακριά.