Με μια κοφτή ανάσα, η Εγκουέν ξύπνησε απότομα, με την καρδιά της να βροντοχτυπά, κοιτώντας ψηλά, την οροφή της σκοτεινής σκηνής πάνω από το κεφάλι της. Μόνο λίγο φεγγαρόφωτο έπεφτε από το πλάι. Ήταν ξαπλωμένη κάτω από τις κουβέρτες της —στην Ερημιά έκανε τόσο κρύο το βράδυ, όση ζέστη έκανε τη μέρα― εκεί που είχε πέσει να κοιμηθεί. Μα τι την είχε τραβήξει πίσω;
Ξαφνικά κατάλαβε ότι πλάι της καθόταν ανακούρκουδα η Άμυς, τυλιγμένη στις σκιές. Το σκοτεινιασμένο πρόσωπο της Σοφής έμοιαζε ζοφερό και απειλητικό, σαν τη νύχτα.
«Εσύ το έκανες αυτό, Άμυς;» είπε θυμωμένα. «Δεν έχεις το δικαίωμα να με τραβάς πέρα-δώθε. Είμαι Άες Σεντάι του Πράσινου Άτζα» —το ψέμα έφτανε εύκολα στα χείλη της τώρα πια― «και δεν έχεις δικαίωμα —»
Η Άμυς την διέκοψε με σκληρή φωνή. «Πέρα από το Δρακότειχος, στο Λευκό Πύργο, είσαι Άες Σεντάι. Εδώ είσαι μια αδαής μαθήτρια, ένα ανόητο παιδί που σέρνεται σε μια φωλιά γεμάτη οχιές».
«Ξέρω τι είπα, ότι δεν θα πήγαινα στον Τελ'αράν'ριοντ χωρίς εσένα», είπε η Εγκουέν προσπαθώντας να φανεί διαλλακτική, «αλλά —»
Κάτι την άρπαξε από τους αστραγάλους και της σήκωσε τα πόδια στον αέρα· οι κουβέρτες αναποδογύρισαν, η νυχτικιά της μαζεύτηκε στις μασχάλες της. Κρεμόταν ανάποδα, με το πρόσωπο ίσια στο πρόσωπο της Άμυς. Έξω φρενών, ανοίχτηκε στο σαϊντάρ ― και βρήκε ότι ήταν φραγμένη.
«Ήθελες να πας μονάχη σου», σφύριξε μαλακά η Άμυς. «Σε προειδοποίησα, αλλά εσύ δεν άκουσες». Τα μάτια της στο σκοτάδι έμοιαζαν να λάμπουν ολοένα και περισσότερο. «Δεν σε νοιάζει τι μπορεί να καρτερεί. Υπάρχουν πράγματα στα όνειρα που συντρίβουν και την πιο γενναία καρδιά». Γύρω από μάτια όμοια με γαλάζια κάρβουνα, το πρόσωπό της έλιωσε, απλώθηκε. Φολίδες φάνηκαν εκεί που υπήρχε δέρμα· τα σαγόνια της μάκρυναν, γεμάτα κοφτερά δόντια. «Πράγματα που τρώνε την πιο γενναία καρδιά», μούγκρισε.
Η Εγκουέν, ουρλιάζοντας, άρχισε μάταια να βροντοχτυπά το φράγμα που την έκλεινε από την Αληθινή Πηγή. Προσπάθησε να χτυπήσει εκείνο το φρικτό πρόσωπο, το πράγμα που δεν μπορούσε να είναι η Άμυς, όμως κάτι της έσφιξε τους καρπούς, της τέντωσε το σώμα, που έτρεμε στον αέρα. Το μόνο που μπόρεσε να κάνει ήταν να ουρλιάξει, καθώς εκείνα τα σαγόνια έκλειναν γύρω από το πρόσωπό της.
Η Εγκουέν, ουρλιάζοντας, ανακάθισε σφίγγοντας τις κουβέρτες της. Κατάφερε να κλείσει το στόμα με αρκετό κόπο, όμως δεν μπορούσε να κάνει τίποτα για το ρίγος που τη συντάραζε σύγκορμη. Ήταν στη σκηνή ― αλλά ήταν στ' αλήθεια εκεί; Ήταν εκεί η Άμυς, καθισμένη ανακούρκουδα στις σκιές, που έλαμπε από το σαϊντάρ αλλά ήταν στ' αλήθεια αυτή; Απεγνωσμένα ανοίχτηκε στην Πηγή και παραλίγο να τσιρίξει όταν ξαναβρήκε το φράγμα. Πέταξε κατά μέρος τις κουβέρτες, σύρθηκε με χέρια και πόδια στα στοιβαγμένα χαλιά και σκόρπισε βιαστικά τα διπλωμένα ρούχα της. Είχε ένα μαχαίρι. Πού ήταν; Πού; Εκεί!
«Κάθισε κάτω», είπε στυφά η Άμυς, «για να μη σου δώσω φάρμακο για την υστερία και τα νευράκια σου. Δεν θα σου αρέσει η γεύση».
Η Εγκουέν στριφογύρισε πάνω στα γόνατα της, κρατώντας το μαχαίρι και με τα δύο χέρια· αν δεν έσφιγγε γερά τη λαβή, θα φαινόταν ότι έτρεμαν. «Είσαι στ' αλήθεια εσύ τώρα;»
«Είμαι εγώ η ίδια και τώρα, όπως και πριν. Τα σκληρά μαθήματα είναι τα καλύτερα μαθήματα. Λες να με μαχαιρώσεις;»
Διστακτικά, η Εγκουέν θηκάρωσε το μαχαίρι. «Δεν έχεις το δικαίωμα να —»
«Έχω κάθε δικαίωμα! Μου έδωσες το λόγο σου. Δεν ήξερα ότι οι Άες Σεντάι μπορούν να πουν ψέματα. Για να σε διδάξω, πρέπει να ξέρω ότι θα κάνεις ό,τι λέω. Δεν θέλω να δω μια μαθήτριά μου να κόβει μόνη το λαιμό της!» Η Άμυς αναστέναξε· λάμψη γύρω της χάθηκε, το ίδιο και το φράγμα ανάμεσα στην Εγκουέν και το σαϊντάρ. «Δεν μπορώ να σε φράξω άλλο. Είσαι πολύ δυνατότερη από μένα στη Μία Δύναμη. Παραλίγο να γκρεμίσεις το φράγμα μου. Αλλά αν δεν κρατάς το λόγο σου, τότε δεν ξέρω αν θέλω να σε διδάξω».
«Θα κρατάω το λόγο μου, Άμυς. Το υπόσχομαι. Αλλά πρέπει να συναντώ τις φίλες μου στον Τελ'αράν'ριοντ. Το υποσχέθηκα και σ' αυτές. Άμυς, μπορεί να χρειαστούν τη βοήθειά μου, τις συμβουλές μου». Δεν διέκρινε καλά το πρόσωπο της Άμυς στο σκοτάδι, όμως δεν το έβλεπε να μαλακώνει καθόλου. «Σε παρακαλώ, Άμυς. Ήδη μου δίδαξες πάρα πολλά. Νομίζω ότι μπορώ να τις βρω όπου κι αν είναι. Σε παρακαλώ, μη σταματάς όταν έχω τόσο πολλά ακόμα να μάθω. Ό,τι θέλεις να κάνω, θα το κάνω».
«Πλέξε τα μαλλιά σου», είπε με ουδέτερο τόνο η Άμυς.
«Τα μαλλιά μου;» είπε αβέβαια η Εγκουέν. Δεν θα ήταν δύσκολο, αλλά γιατί; Τώρα τα είχε λυτά, να χύνονται κάτω από τους ώμους της, αλλά δεν είχε περάσει καιρός από τότε που ξεχείλιζε από περηφάνια, τη μέρα που ο Κύκλος των Γυναικών στο χωριό είχε πει ότι ήταν αρκετά μεγάλη για να τα κάνει πλεξούδα, όπως τα είχε ακόμα και τώρα η Νυνάβε. Στους Δύο Ποταμούς, η πλεξούδα σήμαινε ότι ήσουν αρκετά μεγάλη για να θεωρείσαι γυναίκα.