«Μια κοτσίδα πάνω από κάθε αφτί». Η φωνή της Άμυς ήταν ακόμα ουδέτερη. «Αν δεν έχεις κορδέλα να τις δέσεις, θα σου δώσω εγώ. Έτσι χτενίζουν τα μαλλιά τους τα μικρά κοριτσάκια σε μας. Τα κοριτσάκια που είναι τόσο μικρά, ώστε να μην μπορούμε να βασιστούμε στο λόγο τους. Όταν μου αποδείξεις ότι ξέρεις να κρατάς το λόγο σου, τότε θα σταματήσεις να τα χτενίζεις έτσι. Αλλά αν μου ξαναπείς ψέματα, θα σε κάνω να κόψεις τη φούστα κοντή, σαν φορεματάκι κοριτσίστικο, και θα σου βρω μια κούκλα να κρατάς. Όταν αποφασίσεις να φέρεσαι σαν γυναίκα, θα σε αντιμετωπίσω σαν γυναίκα. Συμφώνησε, αλλιώς δεν θα σε διδάξω άλλο πια».
«Θα συμφωνήσω, αν με συνοδεύεις όταν θα πρέπει να συναντώ —»
«Συμφώνησε, Άες Σεντάι! Δεν παζαρεύω με παιδιά, ή με όσους δεν μπορούν να κρατήσουν το λόγο τους. Θα κάνεις ό,τι σου λέω, θα δέχεσαι ό,τι διαλέγω να σου δίνω και τίποτα παραπάνω. Αλλιώς φύγε να σκοτωθείς μόνη σου. Σ' αυτό δεν—σε—βο—η—θώ!»
Η Εγκουέν χάρηκε που ήταν σκοτεινά· της έκρυβε το κατσουφιασμένο πρόσωπο. Πράγματι είχε δώσει το λόγο της, όμως ήταν άδικο. Κανένας δεν πήγαινε να στριμώξει τον Ραντ με χαζούς κανόνες. Καλά, μπορεί εκείνος να ήταν διαφορετικός. Δεν ήξερε αν θα ήθελε, αντί για τις προσταγές της Άμυς, να έχει τον Κουλάντιν να λαχταρά να την τρυπήσει με το δόρυ. Ο Ματ σίγουρα δεν θα ανεχόταν τους κανόνες των άλλων. Άσχετα από το γεγονός ότι ήταν τα'βίρεν, ο Ματ δεν είχε να μάθει τίποτα· του αρκούσε να υπάρχει. Πιθανότατα θα αρνιόταν να μάθει κάτι, αν του δινόταν η ευκαιρία, εκτός αν είχε σχέση με τον τζόγο ή με σκανδαλιές. Η ίδια ήθελε να μάθει. Μερικές φορές της φαινόταν σαν άσβηστη δίψα· όσα κι αν απορροφούσε, δεν πνιγόταν. Και πάλι, όμως, δεν ήταν δίκαιο. Άδικο μεν, αλλά έτσι είναι, σκέφτηκε πικρόχολα.
«Συμφωνώ», είπε. «Θα κάνω ό,τι πεις, θα δεχτώ ό,τι μου δώσεις και τίποτα παραπάνω».
«Ωραία». Ύστερα από μια παύση, σαν να περίμενε να δει αν η Εγκουέν ήθελε να πει κι άλλα —εκείνη, συνετά, δεν άνοιξε το στόμα της― η Άμυς πρόσθεσε: «Σκοπεύω να είμαι σκληρή μαζί σου, Εγκουέν, αλλά όχι άσκοπα. Νομίζεις ότι σου έμαθα πολλά κι αυτό απλώς δείχνει πόσο λίγα ήξερες. Έχεις ισχυρό ταλέντο για το όνειρο· πιθανότατα θα μας ξεπεράσεις όλες κάποια μέρα. Αλλά αν δεν μάθεις αυτά που μπορώ να σου διδάξω —αυτά που μπορούμε να σου διδάξουμε εμείς οι τέσσερις― δεν θα αναπτύξεις ποτέ πλήρως αυτό το ταλέντο. Το πιθανότερο είναι ότι δεν θα ζήσεις αρκετά για κάτι τέτοιο».
«Θα προσπαθήσω, Άμυς». Της φάνηκε ότι είχε κατορθώσει να μιλήσει με ένα ικανοποιητικά ταπεινό ύφος, Γιατί δεν έλεγε η γυναίκα αυτό που ήθελε να ακούσει; Αφού η Εγκουέν δεν μπορούσε να πάει μόνη στον Τελ'αράν'ριοντ, τότε έπρεπε να έρθει και η Αμυς, όταν θα ξανασυναντούσε την Ηλαίην. Ή ίσως να ήταν η Νυνάβε την άλλη φορά.
«Ωραία. Έχεις να πεις τίποτα άλλο;»
«Όχι, Άμυς».
Αυτή τη φορά η παύση ήταν μεγαλύτερη· η Εγκουέν περίμενε μ' όσο μεγαλύτερη υπομονή μπορούσε, με τα χέρια σταυρωμένα στα γόνατά της.
«Άρα μπορείς να συγκρατήσεις τις απαιτήσεις σου, όταν το θέλεις», είπε τελικά η Άμυς, «ακόμα κι όταν αυτό σε κάνει να σπαρταράς σαν κατσίκα με φαγούρα. Μήπως το εξήγησα λάθος; Μπορώ να σου δώσω μια αλοιφή. Όχι; Πολύ καλά. Θα σε συνοδεύσω όταν χρειαστεί να συναντήσεις τις φίλες σου».
«Σ' ευχαριστώ», έκανε σεμνά η Εγκουέν. Κατσίκα με φαγούρα, αν ήταν δυνατόν!
«Σε περίπτωση που δεν το άκουσες την πρώτη φορά που το είπα, η εκπαίδευση δεν θα είναι ούτε εύκολη, ούτε σύντομη. Νομίζεις ότι δούλεψες αυτές τις τελευταίες μέρες. Προετοιμάσου τώρα να αφιερώσεις πραγματικό χρόνο και κόπο».
«Άμυς, θα μάθω όσα μπορείς να μου διδάξεις και θα δουλέψω όσο σκληρά θέλεις, αλλά με τον Ραντ από τη μια και τους Σκοτεινόφιλους από την άλλη... Ο χρόνος για την εκπαίδευση μπορεί να είναι πολυτέλεια και το πουγκί μου άδειο».
«Το ξέρω», είπε κουρασμένα η Άμυς. «Ήδη μας έχει αναστατώσει. Έλα. Αρκετό χρόνο σπατάλησες μ' αυτά τα παιδιαρίσματα. Πρέπει να συζητήσουμε τις δουλειές των γυναικών. Έλα. Οι άλλες περιμένουν».
Μόλις τότε η Εγκουέν κατάλαβε ότι οι κουβέρτες της Μουαραίν ήταν άδειες. Άπλωσε το χέρι για να πιάσει το φόρεμά της. «Δεν θα το χρειαστείς. Εδώ κοντά θα πάμε. Ρίξε μια κουβέρτα στους ώμους και έλα. Έχω ήδη κάνει πολλή δουλειά για τον Ραντ αλ'Θόρ και πρέπει να κάνω κι άλλη, όταν τελειώσουμε», είπε η Άμυς.
Η Εγκουέν έριξε πάνω της υπάκουα μια κουβέρτα και ακολούθησε την άλλη γυναίκα μέσα στη νύχτα. Έκανε κρύο. Ριγώντας, χοροπήδησε ξυπόλητη στο βραχώδες έδαφος, που έμοιαζε σχεδόν να έχει πιάσει πάγο. Ύστερα από την κάψα της μέρας, η νύχτα έμοιαζε παγωμένη σαν την καρδιά του χειμώνα στους Δύο Ποταμούς. Η ανάσα της έβγαινε με συννεφάκια μπροστά στο στόμα της και τα απορροφούσε αμέσως ο αέρας. Μπορεί να έκανε κρύο, όμως ο αέρας ήταν ξερός.