Οι περιοχές της φατρίας του Σάιντο ήταν πέρα από το Τάαρνταντ του Τζίντο, προς την ίδια κατεύθυνση όπως ερχόσουν από το Τσήνταρ, παράλληλα με τις περιοχές του Τζίντο, από τις οποίες απείχαν μερικές εκατοντάδες πόδια. Σύμφωνα με τον Ρούαρκ, ο Κουλάντιν κανονικά έπρεπε να περιμένει άλλη μια μέρα να επιστρέψει ο αδελφός του. Το γεγονός ότι ο Ραντ είχε δει τον Μουράντιν να βγάζει τα μάτια του δεν άλλαζε τίποτα· ο καθορισμένος χρόνος ήταν δέκα μέρες. Αν έφευγες νωρίτερα, εγκατέλειπες αυτόν που είχε μπει στο Ρουίντιαν. Όμως ο Κουλάντιν είχε βάλει τους Σάιντο να μαζέψουν τις σκηνές τους μόλις είχε δει τους άλλους να φορτώνουν τα ζώα τους. Το Σάιντο τώρα προχωρούσε παραδίπλα, με τους δικούς του ανιχνευτές και οπισθοφυλακή, κι έμοιαζε να αγνοεί το Τζίντο, αλλά η απόσταση που τους χώριζε δεν ξεπερνούσε ποτέ τα τριακόσια βήματα. Ήταν συνηθισμένο να υπάρχουν μάρτυρες από πέντ' έξι από τις μεγαλύτερες φυλές όταν κάποιος ζητούσε τα σημάδια του αρχηγού φατρίας και ο Κουλάντιν είχε διπλάσιους ή και παραπάνω ανθρώπους απ' όσους το Τζίντο. Ο Ραντ υποψιαζόταν ότι η τρίτη ομάδα, που ήταν στη μέση, ανάμεσα στο Σάιντο και στο Τάαρνταντ, ήταν ο λόγος που η απόσταση δεν μειωνόταν ξαφνικά και βίαια.
Οι Σοφές πήγαιναν κι αυτές με τα πόδια, σαν όλους τους άλλους Αελίτες, και μαζί τους κι εκείνοι οι παράξενοι με τις λευκές ρόμπες, που ο Ρούαρκ έλεγε γκαϊ'σάιν, οι οποίοι οδηγούσαν τα φορτωμένα άλογα. Δεν ήταν ακριβώς υπηρέτες, αλλά ο Ραντ δεν είχε καταλάβει την εξήγηση του Ρούαρκ περί τιμής και υποχρέωσης και αιχμαλώτων· ο Χάιρν τον είχε μπερδέψει ακόμα περισσότερο, σαν να προσπαθούσε να εξηγήσει γιατί το νερό ήταν υγρό. Η Μουαραίν, η Εγκουέν και ο Λαν πήγαιναν ιππαστί μαζί με τις Σοφές, ή τουλάχιστον οι δύο γυναίκες ήταν μαζί τους. Ο Πρόμαχος προχωρούσε με το πολεμικό του άτι λίγο παραπέρα, από τη μεριά του Σάιντο, και τους παρακολουθούσε στενά, όπως και το τραχύ τοπίο. Μερικές φορές η Μουαραίν ή η Εγκουέν, ή και οι δύο, κατέβαιναν για να περπατήσουν λιγάκι και μιλούσαν με τις Σοφές. Ο Ραντ θα έδινε και την τελευταία του δεκάρα για να ακούσει τι έλεγαν. Συχνά κοίταζαν προς το μέρος του με κλεφτές ματιές, που νόμιζαν ότι δεν θα τις καταλάβαινε. Για κάποιο λόγο η Εγκουέν είχε κάνει τα μαλλιά της κοτσίδες, στολισμένες με κόκκινες κορδέλες, σαν νύφη. Ο Ραντ δεν ήξερε γιατί το είχε κάνει. Το είχε σχολιάσει πριν φύγουν από το Τσήνταρ —μια νύξη είχε κάνει― και η Εγκουέν τον είχε κατσαδιάσει.
«Η Ηλαίην είναι η γυναίκα που σου πρέπει».
Χαμήλωσε μπερδεμένος το βλέμμα στην Αβιέντα. Τα γαλαζοπράσινα μάτια της είχαν πάλι εκείνο το προκλητικό βλέμμα, και πάλι ανάμικτο με απροκάλυπτη αντιπάθεια. Όταν ο Ραντ είχε ξυπνήσει εκείνο το πρωί, η Αβιέντα τον περίμενε έξω από τη σκηνή του και ως τώρα δεν είχε κάνει βήμα μακριά του. Ήταν φανερό ότι οι Σοφές την είχαν βάλει να κατασκοπεύει και εξίσου φανερό ότι δεν περίμεναν πως θα το καταλάβαινε. Ήταν όμορφη και τον περνούσαν για τόσο ανόητο, ώστε να μην μπορεί να δει τίποτα άλλο πάνω της. Σίγουρα αυτός ήταν ο λόγος που φορούσε φούστα και δεν είχε άλλο όπλο εκτός από ένα μικρό μαχαίρι στη ζώνη της. Οι γυναίκες νόμιζαν ότι οι άντρες ήταν αφελείς. Τώρα που το σκεφτόταν, συνειδητοποίησε ότι κανένας Αελίτης δεν είχε σχολιάσει την αλλαγή των ρούχων της και ακόμα κι ο Ρούαρκ απέφευγε να την κοιτάζει πολύ. Μάλλον ήξεραν τι έκανε εκεί, ή είχαν κάποια ιδέα για το σχέδιο των Σοφών και δεν ήθελαν να μιλήσουν γι' αυτό.
Το Ρουίντιαν. Ο Ραντ ακόμα δεν ήξερε γιατί η Αβιέντα είχε πάει στο Ρουίντιαν· ο Ρούαρκ είχε μουρμουρίσει κάτι για «γυναικείες δουλειές» και ήταν ολοφάνερα απρόθυμος να το συζητήσει μπροστά της. Κι έτσι που η Αβιέντα είχε κολλήσει πάνω στον Ραντ, αυτό σήμαινε ότι δεν θα το συζητούσαν καθόλου. Τώρα, όμως, ο αρχηγός φατρίας είχε στήσει αφτί, όπως και οι Χάιρν και όλοι οι Τζίντο που ήταν εκεί γύρω. Δύσκολα καταλάβαινες τι ένιωθαν οι Αελίτες μερικές φορές, αλλά τώρα έμοιαζαν να το διασκεδάζουν. Ο Ματ σφύριζε μαλακά και το βλέμμα του ταξίδευε επιδεικτικά οπουδήποτε αλλού εκτός από κει που ήταν οι δυο τους. Ακόμα κι έτσι, ήταν η πρώτη φορά που του είχε μιλήσει όλη μέρα.
«Τι εννοείς;» τη ρώτησε.
Τα φαρδιά φουστάνια της δεν την εμπόδιζαν να περπατά πλάι στον Τζήντ'εν. Όχι να περπατά. Να προχωρά καραδοκώντας. Αν ήταν γάτα, θα κουνούσε την ουρά της. «Η Ηλαίην είναι υδρόβια, είναι του είδους σου». Τίναξε το κεφάλι της αγέρωχα. Της έλειπε η κοντή ουρά που είχαν οι Αελίτες πολεμιστές να φυτρώνει από τη βάση του κρανίου. Η διπλωμένη εσάρπα γύρω από τους κροτάφους της σχεδόν σκέπαζε τα μαλλιά της. «Είναι ακριβώς η γυναίκα που σου πρέπει. Δεν είναι όμορφη; Η ράχη της είναι ίσια, τα μέλη της λυγερά και δυνατά, τα χείλη της σαν ζουμερά αγαπόμηλα. Τα μαλλιά της είναι από χυτό χρυσάφι, τα μάτια της γαλάζια ζαφείρια. Το δέρμα της είναι πιο μαλακό κι από το καλύτερο μετάξι, ο κόρφος της καλοκαμωμένος και στρογγυλός. Οι γοφοί της είναι —»