Выбрать главу

Την έκοψε πανικόβλητος, με τα μάγουλα κατακόκκινα. «Ξέρω ότι είναι ωραία. Τι κάνεις τώρα;»

«Την περιγράφω». Η Αβιέντα τον κοίταξε συνοφρυωμένη. «Την έχεις δει να κάνει μπάνιο; Δεν υπάρχει λόγος να την περιγράψω, αν την έχεις δει —»

«Δεν την έχω δει!» Ευχήθηκε να μην είχε μιλήσει με φωνή σαν να τον καρύδωναν. Ο Ρούαρκ και οι άλλοι είχαν όντως στήσει αφτί και τα πρόσωπά τους ήταν τόσο ανέκφραστα, που σίγουρα μέσα τους γελούσαν. Ο Ματ έκανε γκριμάτσες με τα μάτια, μ' ένα πλατύ, σκανδαλιάρικο χαμόγελο.

Η Αβιέντα απλώς σήκωσε τους ώμους και έστρωσε πάλι την εσάρπα της. «Η Ηλαίην έπρεπε να το έχει φροντίσει. Αλλά την έχω δει και θα κάνω σαν δική της κονταδελφή». Η έμφαση έμοιαζε να εννοεί ότι η δική του κονταδελφή ίσως να έκανε το ίδιο· τα έθιμα των Αελιτών ήταν παράξενα, αλλά αυτό εδώ ήταν εντελώς τρελό! «Οι γοφοί της —»

«Σταμάτα!»

Τον λοξοκοίταξε. «Είναι η γυναίκα που σου πρέπει. Η Ηλαίην έχει αφήσει την καρδιά της στα πόδια σου, σαν γαμήλιο στεφάνι. Νομίζεις ότι υπήρχε κανείς στην Πέτρα του Δακρύου που να μην το ήξερε;»

«Δεν θέλω να μιλήσω για την Ηλαίην», της είπε αυστηρά. Ειδικά αν η Αβιέντα ήταν διατεθειμένη να συνεχίσει όπως πριν. Η σκέψη τον έκανε να κοκκινίσει πάλι. Αυτή τη γυναίκα δεν την ένοιαζε τι έλεγε και ποιος την άκουγε!

«Καλά κάνεις και κοκκινίζεις, που την παραμερίζεις, ενώ εκείνη σου έχει γυμνώσει την καρδιά της». Η φωνή της Αβιέντα ήταν σκληρή και περιφρονητική. «Δύο γράμματα έγραψε, αφήνοντας τα πάντα στο φως, σαν να είχε γδυθεί κάτω από τη στέγη της μητέρας σου. Την παρασέρνεις σε γωνιές για να τη φιλήσεις και μετά την απορρίπτεις. Εννοούσε κάθε λέξη σε εκείνα τα γράμματα, Ραντ αλ'Θόρ! Μου το είπε η Εγκουέν. Εννοούσε κάθε λέξη. Τι σκοπούς έχεις γι' αυτήν, υδρόβιε;»

Ο Ραντ πέρασε το χέρι από τα μαλλιά του και χάλασε το σούφα του. Η Ηλαίην εννοούσε κάθε λέξη; Και στα δύο γράμματα; Αυτό ήταν αδύνατον. Το ένα αντίφασκε το άλλο σχεδόν σε όλα τα σημεία! Ξαφνικά τινάχτηκε. Η Εγκουέν της το είχε πει; Για τα γράμματα της Ηλαίην; Αυτά τα πράγματα οι γυναίκες τα συζητούσαν μεταξύ τους; Κάθονταν να σχεδιάσουν παρέα πώς να μπερδεύουν τους άντρες;

Ένιωσε να του λείπε η Μιν. Η Μιν ποτέ δεν τον έκανε να δείχνει βλάκας. Ε, μια-δυο φορές το πολύ. Και δεν τον είχε προσβάλει ποτέ. Εντάξει, μπορεί να τον είχε πει «βοσκό» μερικές φορές. Αλλά ένιωθε άνετα κοντά της, ένιωθε ζεστασιά κατά έναν παράξενο τρόπο. Ποτέ δεν τον έκανε να νιώθει εντελώς βλάκας, όπως έκαναν η Ηλαίην και η Αβιέντα.

Η σιωπή του έμοιαζε να εκνευρίζει ακόμα περισσότερο την Αελίτισσα, αν ήταν δυνατόν τέτοιο πράγμα. Μουρμουρίζοντας μόνη της, προχωρώντας με μεγάλες δρασκελιές, σαν να ήθελε να τσαλαπατήσει ό,τι έβρισκε μπροστά της, έσιαξε πέντ' έξι φορές την εσάρπα της. Στο τέλος, η γκρίνια της έσβησε. Αντί γι' αυτό, άρχισε να τον κοιτάζει. Σαν όρνιο. Ο Ραντ δεν καταλάβαινε πώς δεν σκόνταφτε να πέσει κάτω με τα μούτρα.

«Γιατί με κοιτάζεις έτσι;» απαίτησε να μάθει.

«Ακούω, Ραντ αλ'Θόρ, εφόσον επιθυμείς να μείνω σιωπηλή». Του χαμογέλασε με τα δόντια σφιγμένα. «Δεν σου αρέσει που έχεις εμένα να σε ακούω;»

Ο Ραντ κοίταξε τον Ματ πιο πέρα, ο οποίος κούνησε το κεφάλι του. Δεν υπήρχε περίπτωση να καταλάβεις τις γυναίκες. Ο Ραντ προσπάθησε να σκεφτεί τι τον περίμενε, αλλά ήταν δύσκολο με το βλέμμα της γυναίκας πάνω του. Θα ήταν όμορφα τα μάτια της, αν τους έλειπαν το πείσμα, αλλά ευχόταν να κοίταζε τίποτα άλλο.

Ο Ματ, σκιάζοντας τα μάτια από τη λάμψη του ήλιου, πάσχιζε να μην κοιτάξει τον Ραντ και την Αελίτισσα, που προχωρούσε ανάμεσα στα άλογά τους. Δεν καταλάβαινε γιατί την ανεχόταν ο Ραντ. Η Αβιέντα ήταν βεβαίως ομορφούλα —κάτι παραπάνω από ομορφούλα, τώρα που φορούσε σχεδόν πρέποντα ρούχα― αλλά είχε γλώσσα δηλητήριο και νεύρα που μπροστά της η Νυνάβε φάνταζε ντροπαλή. Απλώς χαιρόταν που έπρεπε να την υπομείνει ο Ραντ και όχι ο ίδιος.

Πήρε το μαντίλι από το κεφάλι του, σκούπισε το ιδρωμένο πρόσωπό του και το ξανάδεσε εκεί που ήταν πριν. Η ζέστη και ο συνεχής ήλιος στα μάτια του είχαν αρχίσει να τον καταβάλλουν. Δεν είχε σκιά πουθενά αυτή η γη; Ο ιδρώτας έκανε τις πληγές του να τσούζουν, Το βράδυ είχε αρνηθεί τη Θεραπεία, όταν η Μουαραίν τον είχε ξυπνήσει, αφού είχε καταφέρει επιτέλους να αποκοιμηθεί. Μερικές αμυχές ήταν ένα μικρό τίμημα αν ήθελες να αποφύγεις τη Δύναμη και το βρωμερό τσάι των Σοφών του είχε διώξει τον πονοκέφαλο. Ως ένα βαθμό τέλος πάντων. Για τα άλλα που τον βασάνιζαν, δεν φανταζόταν ότι η Μουαραίν μπορούσε να κάνει κάτι και δεν σκόπευε να της μιλήσει πριν τα κατανοήσει ο ίδιος. Αν τα κατανοούσε. Δεν ήθελε ούτε να τα σκέφτεται.