Выбрать главу

Η Μουαραίν και οι Σοφές τον παρατηρούσαν. Παρατηρούσαν τον Ραντ για την ακρίβεια, όμως έμοιαζε σχεδόν το ίδιο. Το παράξενο ήταν ότι η Μελαίν, η ηλιόξανθη, είχε ανέβει αδέξια στην Αλντίμπ, πίσω από την Άες Σεντάι, και είχε πιαστεί από τη μέση της Μουαραίν, ενώ μιλούσαν, Ο Ματ νόμιζε ότι οι Αελίτες δεν ίππευαν καθόλου. Ωραία γυναίκα αυτή η Μελαίν, με φλογερά, πράσινα μάτια. Αλλά βέβαια ήξερε να διαβιβάζει. Ένας άντρας θα έμπλεκε με μια τέτοια μόνο αν ήταν βλάκας. Ανακαθίζοντας στη σέλα του, είπε μέσα του άλλη μια φορά ότι γι' αυτόν δεν είχε σημασία τι έκαναν οι Αελίτες.

Πήγα στο Ρουίντιαν. Έκανα αυτό που είπαν εκείνοι οι φιδάνθρωποι να κάνω. Και τι είχε βγάλει απ' αυτή την ιστορία; Τούτο το παλιοδόρυ, ένα ασημένιο περιδέραιο και... Θα μπορούσα να φύγω τώρα. Αν είχα λίγο μυαλό, θα έφευγα.

Μπορούσε να φύγει. Θα μπορούσε να βρει μόνος του δρόμο για να φύγει από την Ερημιά ― πριν πεθάνει από δίψα ή από ηλίαση. Θα το έκανε, αν δεν τον τραβούσε ακόμα ο Ραντ, αν δεν τον κρατούσε. Ο πιο εύκολος τρόπος για να βρει αν ήταν ακόμα έτσι τα πράγματα, θα ήταν αν σηκωνόταν να φύγει. Κοίταξε το ζοφερό τοπίο και έκανε μια γκριμάτσα. Ένας αέρας φύσηξε —ήταν σαν να περνούσε πάνω από το καυτό μάτι της κουζίνας― και μικροί ανεμοστρόβιλοι άπλωσαν χωνιά γεμάτα κίτρινο χώμα στο ραγισμένο έδαφος. Η αχλύ της ζέστης έκανε τα μακρινά βουνά να τρεμουλιάζουν. Ίσως να ήταν μια καλή ιδέα αν έμενε λιγάκι ακόμα.

Μια από τις Κόρες που ανίχνευαν μπροστά γύρισε σιγοτρέχοντας και βρήκε τον Ρούαρκ, μιλώντας του χαμηλόφωνα. Άστραψε ένα χαμόγελο στον Ματ όταν τελείωσε και αυτός έκανε ότι έβγαζε μια κολλιτσίδα από τη χαίτη του Πιπς. Τη θυμόταν μια χαρά, ήταν μια κοκκινομάλλα ονόματι Ντορίντα, περίπου στην ηλικία της Εγκουέν. Μια από εκείνες που τον είχαν πείσει να δοκιμάσει το Φιλί της Κόρης. Ήταν η πρώτη που του είχε επιβάλει ποινή στο παιχνίδι. Όχι ότι δεν ήθελε να αντικρίσει το βλέμμα της, φυσικά και μπορούσε· αλλά ήταν σημαντικό να περιποιείσαι το άλογό σου, όταν είχε κολλιτσίδες και τα παρόμοια.

«Πραματευτές», ανακοίνωσε ο Ρούαρκ, όταν η Ντορίντα ξανάφυγε τρέχοντας μπροστά. «Άμαξες πραματευτών, που κατευθύνονται προς τα εδώ». Δεν φαινόταν ευχαριστημένος.

Ο Ματ, όμως, ξαναβρήκε το κέφι του. Ένας πραματευτής ίσως να ήταν αυτό που χρειαζόταν. Αφού ήξερε πώς να έρθει εδώ, θα ήξερε και πώς να φύγει. Αναρωτήθηκε αν ο Ραντ υποψιαζόταν αυτές τις σκέψεις του· είχε μείνει ανέκφραστος, σαν Αελίτης.

Οι Αελίτες τάχυναν λίγο το βήμα τους —οι άνθρωποι του Κουλάντιν μιμήθηκαν την ομάδα των Τζίντο και των Σοφών δίχως δισταγμό· μάλλον τους είχαν φέρει το ίδιο νέο οι δικοί τους ανιχνευτές― με ένα ρυθμό που ανάγκασε και τα άλογα να ζωηρέψουν αρκετά το βηματισμό τους. Ο ήλιος δεν ενοχλούσε καθόλου τους Αελίτες, ούτε και τους γκαϊ'σάιν με τις λευκές ρόμπες τους. Έμοιαζαν να γλιστρούν απαλά στο τραχύ έδαφος.

Σε κάτι λιγότερο από δύο μίλια είδαν τις άμαξες, δωδεκάμισι τον αριθμό, που σχημάτιζαν μια γραμμή. Όλες έδειχναν την ταλαιπωρία του σκληρού ταξιδιού και είχαν παντού στερεωμένους εφεδρικούς τροχούς. Αν και τις είχε καλύψει ένα στρώμα κίτρινου χώματος, οι πρώτες δύο έμοιαζαν με άσπρα κουτιά πάνω σε ρόδες, ή με σπιτάκια, διαθέτοντας ακόμα και ξύλινα σκαλάκια στο πίσω μέρος, καθώς και μια μεταλλική καμινάδα κουζίνας στη στέγη. Οι τελευταίες τρεις, που τις τραβούσε μια ομάδα είκοσι μουλαριών, έμοιαζαν με πελώρια βαρέλια, λευκά κι αυτά, που σίγουρα ήταν γεμάτα νερό. Οι άλλες, που ήταν ανάμεσα, έμοιαζαν με τις άμαξες των πραματευτών που έρχονταν στους Δύο Ποταμούς, με ψηλούς, ακτινωτούς τροχούς, τσαμπιά από κατσαρολικά και πράγματα σε δίχτυα, που κροτάλιζαν δεμένα ολόγυρα στις ψηλές, στρογγυλές, μουσαμαδένιες σκεπές τους.

Οι οδηγοί τράβηξαν τα γκέμια μόλις είδαν τους Αελίτες και περίμεναν τις τρεις φάλαγγες να πλησιάσουν. Ένας χοντροκαμωμένος άντρας με ανοιχτό γκρίζο σακάκι και σκούρο, πλατύγυρο καπέλο κατέβηκε από το πίσω μέρος της πρώτης άμαξας και στάθηκε κοιτάζοντας, ενώ πού και που έβγαζε το καπέλο για να σκουπίσει το μέτωπό του μ’ ένα μεγάλο, άσπρο μαντίλι. Ο Ματ δεν τον κατηγορούσε που ήταν νευρικός, βλέποντας περίπου χίλιους πεντακόσιους Αελίτες να τον πλησιάζουν. Το παράξενο ήταν η έκφραση των Αελιτών κοντά στον Ματ. Ο Ρούαρκ, που έτρεχε μπροστά από το άλογο του Ραντ, ήταν βλοσυρός καν ο Χάιρν είχε μια έκφραση που μπορούσε να σπάσει βράχια.

«Δεν καταλαβαίνω», είπε ο Ματ. «Μοιάζεις λες και πας να σκοτώσεις κάποιον». Σίγουρα κάτι τέτοιο θα έδινε ένα τέλος στις ελπίδες του. «Νόμιζα ότι υπάρχουν τριών λογιών άνθρωποι που αφήνετε να έρθουν στην Ερημιά εσείς οι Αελίτες· οι πραματευτές, οι βάρδοι και οι Ταξιδιώτες».