Выбрать главу

«Οι πραματευτές και οι βάρδοι είναι καλοδεχούμενοι», αποκρίθηκε κοφτά ο Χάιρν. Αν αυτό ήταν καλωσόρισμα, ο Ματ δεν ήθελε να δει τους Αελίτες αφιλόξενους.

«Και οι Ταξιδιώτες;» ρώτησε με περιέργεια. Ο Χάιρν δεν απάντησε. «Οι Μάστορες; Οι Τουάθα'αν;» πρόσθεσε ο Ματ. Το πρόσωπο του αρχηγού φυλής σκλήρυνε ακόμα περισσότερο, πριν στρέψει το βλέμμα στις άμαξες. Η Αβιέντα έριξε στον Ματ μια ματιά, που έλεγε ότι ήταν ηλίθιος.

Ο Ραντ πλησίασε με τον Τζήντ'εν τον Πιπς. «Εγώ στη θέση σου δεν θα μιλούσα στους Αελίτες για τους Μάστορες», είπε χαμηλόφωνα. «Είναι... ευαίσθητο ζήτημα».

«Αφού το λες». Γιατί να είναι ευαίσθητο ζήτημα οι Μάστορες; «Μου φαίνεται ότι παραείναι ευαίσθητοι μ' αυτό τον πραματευτή. Πραματευτής σου λέει! Θυμάμαι ότι στο Πεδίο του Έμοντ έρχονταν έμποροι που είχαν λιγότερες άμαξες».

«Ήρθε στην Ερημιά», χασκογέλασε ο Ραντ. Ο Τζήντ'εν τίναξε το κεφάλι δεξιά-αριστερά κι έκανε μερικά χοροπηδητά βήματα. «Αναρωτιέμαι αν θα φύγει». Το στραβό χαμόγελο του Ραντ δεν καθρεφτιζόταν στα μάτια του. Μερικές φορές ο Ματ ευχόταν να αποφάσιζε επιτέλους ο Ραντ αν ήταν τρελός ή όχι, για να ξεμπερδέψει. Σχεδόν το ευχόταν.

Τριακόσια βήματα πριν από τις άμαξες, ο Ρούαρκ έκανε νόημα να σταματήσουν και ο ίδιος με τον Χάιρν συνέχισαν μόνοι. Τουλάχιστον αυτή ήταν η πρόθεσή του, αλλά ο Ραντ τους ακολούθησε με το σταχτή, πιτσιλωτό άτι του και αναπόφευκτα ήρθε στο κατόπι του η σωματοφυλακή των εκατό Τζίντο. Και η Αβιέντα, φυσικά, από κοντά, λες και ήταν δεμένη στο άλογο του Ραντ. Ο Ματ τους ακολούθησε. Αν ο Ρούαρκ έστελνε πίσω αυτό τον άνθρωπο, δεν ήθελε να χάσει την ευκαιρία να τον ακολουθήσει.

Ο Κουλάντιν βγήκε τρέχοντας από το Σάιντο. Μόνος. Μάλλον σκόπευε να κάνει ό,τι και ο Ρούαρκ με τον Χάιρν, αλλά ο Ματ υποψιάστηκε ότι ήθελε να τονίσει το γεγονός ότι πήγαινε μόνος, εκεί που ο Ραντ χρειαζόταν εκατό φρουρούς. Αρχικά φάνηκε ότι θα ερχόταν και η Μουαραίν, όμως οι Σοφές αντάλλαξαν μερικές κουβέντες μαζί της και έμειναν όλες εκεί που βρίσκονταν. Όμως παρακολουθούσαν. Η Άες Σεντάι ξεπέζεψε και έπαιξε με κάτι μικρό που άστραφτε, ενώ η Εγκουέν και οι Σοφές μαζεύτηκαν γύρω της.

Αν και είχε μουτρώσει, ο μεγαλόσωμος φίλος με το γκρίζο σακάκι από κοντά δεν φαινόταν αναστατωμένος, παρ' όλο που αναπήδησε, όταν ξαφνικά πετάχτηκαν από το έδαφος μερικές Κόρες και περικύκλωσαν τις άμαξες του. Οι αμαξάδες, άνθρωποι με πρόσωπα σκληρά, γεμάτα με ουλές και σπασμένες μύτες, έμοιαζαν έτοιμοι να συρθούν κάτω από τα καθίσματά τους· ήταν άγρια σκυλιά σε σοκάκια της πόλης, τη στιγμή που οι Αελίτες ήταν λύκοι. Ο πραματευτής συνήλθε αμέσως. Δεν ήταν χοντρός για το μέγεθός του· εκείνος ο όγκος ήταν μυς. Σπατάλησε μια παραξενεμένη ματιά στον Ραντ και τον Ματ πάνω στα άλογά τους, όμως αμέσως ξεχώρισε τον Ρούαρκ. Η γαμψή μύτη και τα μαύρα, γερτά μάτια έδιναν μια αρπακτική έκφραση στο τετράγωνο, μελαψό πρόσωπό του, η οποία δεν μαλάκωσε καθόλου όταν χαμογέλασε πλατιά και κατέβασε το πλατύγυρο καπέλο του με μια υπόκλιση. «Είμαι ο Χάντναν Καντίρ», είπε, «πραματευτής. Αναζητώ το Φρούριο της Κρυόπετρας, ευγενικοί μου κύριοι, αλλά εμπορεύομαι με όλους και με όλα. Εχω άφθονα έξοχα —»

Ο Ρούαρκ τον έκοψε σαν παγωμένο μαχαίρι. «Ο δρόμος που πήρες βγάζει μακριά από την Κρυόπετρα και κάθε άλλο φρούριο. Πώς και έφτασες τόσο μακριά από το Δρακότειχος, χωρίς οδηγό;»

«Στ' αλήθεια δεν ξέρω, καλέ μου κύριε». Ο Καντίρ δεν εγκατέλειψε το χαμόγελό του, όμως οι άκρες του στόματός του σφίχτηκαν λιγάκι. «Ταξίδευα χωρίς να κρύβομαι. Είναι η πρώτη μου επίσκεψη τόσο νότια στην Τρίπτυχη Γη. Σκέφτηκα ότι ίσως να μην υπάρχουν οδηγοί εδώ». Ο Κουλάντιν ξεφύσησε δυνατά και στριφογύρισε τεμπέλικα ένα δόρυ του. Ο Καντίρ καμπούριασε τους ώμους, σαν να ένιωθε ήδη το ατσάλι να χώνεται στο στιβαρό κορμί του.

«Πάντα υπάρχουν οδηγοί», είπε ψυχρά ο Ρούαρκ. «Είσαι τυχερός που ήρθες τόσο νότια χωρίς κανέναν. Τυχερός που δεν σκοτώθηκες, ή που δεν περπατάς πίσω, στο Δρακότειχος, γδυμένος». Ο Καντίρ του χάρισε ένα ταραγμένο χαμόγελο και ο αρχηγός φατρίας συνέχισε. «Τυχερός που αντάμωσες εμάς. Αν συνέχιζες ακόμα μια-δυο μέρες, θα έφτανες στο Ρουίντιαν».

Ο πραματευτής άσπρισε. «Άκουσα...» Σταμάτησε και ξεροκατάπιε. «Δεν το ήξερα, ευγενικοί μου κύριοι. Πρέπει να με πιστέψετε, δεν θα έκανα επίτηδες τέτοιο πράγμα. Ούτε καν τυχαία», πρόσθεσε βιαστικά. «Το Φως να φωτίζει τα λόγια μου για να φανεί η αλήθεια, ευγενικοί μου κύριοι. Δεν θα έκανα κάτι τέτοιο!»

«Έτσι πρέπει», του είπε ο Ρούαρκ. «Η τιμωρία θα ήταν αυστηρή. Μπορείς να ταξιδέψεις μαζί μου στην Κρυόπετρα. Για να μη χαθείς ξανά. Η Τρίπτυχη Γη είναι ένα επικίνδυνο μέρος για όσους δεν την ξέρουν».