Выбрать главу

Ο Κουλάντιν σήκωσε προκλητικά το κεφάλι. «Γιατί όχι μαζί μου;» είπε ξινά. «Οι Σάιντο είναι περισσότεροι εδώ, Ρούαρκ. Κατά το έθιμο, ταξιδεύει μαζί μου».

«Μήπως έγινες αρχηγός φατρίας και δεν το πήρα χαμπάρι;» Ο πυρομάλλης Σάιντο κοκκίνισε, αλλά ο Ρούαρκ δεν έδειξε να απολαμβάνει το θέαμα, απλώς συνέχισε με ήρεμη φωνή. «Ο πραματευτής ψάχνει την Κρυόπετρα. Θα ταξιδέψει μαζί μου. Οι Σάιντο σου μπορούν να εμπορεύονται μαζί του όσο ταξιδεύουμε. Στο Τάαρνταντ δεν έχουμε τόσο ανάγκη από πραματευτές, ώστε να θέλουμε να τους κρατήσουμε για εμάς».

Το πρόσωπο του Κουλάντιν σκοτείνιασε ακόμα πιο πολύ, όμως μετρίασε τον τόνο του, έστω κι αν η προσπάθεια ήταν εμφανής. «Θα στρατοπεδεύσω κοντά στην Κρυόπετρα, Ρούαρκ. Εκείνος Που Έρχεται Με Την Αυγή αφορά όλους τους Αελίτες, όχι μόνο το Τάαρνταντ. Οι Σάιντο θα πάρουν τη θέση που τους αρμόζει. Και οι Σάιντο, επίσης, θα ακολουθήσουν Εκείνον Που Έρχεται Με Την Αυγή». Ο Ματ κατάλαβε ότι ο Κουλάντιν δεν είχε δεχτεί ότι εκείνος ήταν ο Ραντ. Ο Ραντ κοίταζε τις άμαξες και δεν φαινόταν να ακούει.

Ο Ρούαρκ έμεινε σιωπηλός για λίγο. «Οι Σάιντο θα είναι ευπρόσδεκτοι καλεσμένοι στη γη του Τάαρνταντ, αν ήρθαν για να ακολουθήσουν Εκείνον Που Έρχεται Με Την Αυγή». Κι αυτό επίσης ήταν διφορούμενο.

Ο Καντίρ τόση ώρα σκούπιζε το πρόσωπό του και μάλλον έβλεπε τον εαυτό του στη μέση μιας μάχης μεταξύ Αελιτών. Υπογράμμισε την πρόσκληση του Ρούαρκ με ένα βαρύ αναστεναγμό από ανακούφιση. «Σας ευχαριστώ, ευγενικοί κύριοι. Σας ευχαριστώ». Μάλλον τους ευχαριστούσε που δεν τον είχαν σκοτώσει. «Μήπως θα θέλατε να δείτε τι διαθέτουν οι άμαξές μου; Κάτι ξεχωριστό που θα σας άρεσε;»

«Αργότερα», είπε ο Ρούαρκ. «Θα σταματήσουμε απόψε στο Ίμρε Σταντ και τότε θα μπορέσεις να μας δείξεις την πραμάτεια σου». Ο Κουλάντιν ήδη έφευγε με μεγάλα βήματα, έχοντας ακούσει το όνομα Ίμρε Σταντ, ό,τι κι αν ήταν αυτό. Ο Καντίρ έκανε να ξαναβάλει το καπέλο του.

«Ένα καπέλο», είπε ο Ματ πλησιάζοντας τον πραματευτή με τον Πιπς. Αν ήταν να μείνει λίγο ακόμα στην Ερημιά, τουλάχιστον θα γλίτωνε τα μάτια του από τον ήλιο. «Θα σου δώσω ένα χρυσό μάρκο για ένα τέτοιο καπέλο».

«Έγινε!» φώναξε μια γυναίκα με βραχνή, μελωδική φωνή.

Ο Ματ κοίταξε τριγύρω και ξαφνιάστηκε. Η μόνη γυναίκα που φαινόταν εκεί, εκτός από την Αβιέντα και τις Κόρες, ερχόταν από τη δεύτερη άμαξα, όμως δεν της ταίριαζε αυτή η φωνή, που ήταν από τις πιο υπέροχες που είχε ακούσει ποτέ του. Ο Ραντ την κοίταξε με σμιγμένα τα φρύδια και κούνησε το κεφάλι, και δικαίως. Ήταν περίπου τριάντα πόντους κοντύτερη από τον Καντίρ, αλλά ζύγιζε όσο κι αυτός, μπορεί και παραπάνω. Στρώματα λίπους κόντευαν να κλείσουν τα μαύρα μάτια της και έκρυβαν το αν ήταν γερτά ή όχι, όμως η μύτη της ήταν σαν τσεκούρι, πιο μυτερή κι από του πραματευτή. Φορούσε ένα φόρεμα από κρέμ μετάξι, που τεντωνόταν σφιχτό γύρω από τον όγκο της, λευκή, δαντελωτή εσάρπα στο κεφάλι, που τη συγκρατούσαν περίτεχνα, φιλντισένια χτενάκια στα μακριά, σκληρά, μαύρα μαλλιά της, ενώ οι κινήσεις της είχαν μια αταίριαστη ελαφράδα, σχεδόν σαν να ήταν κι αυτή μια από τις Κόρες.

«Καλή προσφορά», είπε με ένα μελωδικό τόνο. «Είμαι η Κάιλι Σαόγκι». Άρπαξε το καπέλο από τον Καντίρ και το έδειξε στον Ματ. «Γερό, καλέ μου κύριε, και σχεδόν καινούριο. Ένα τέτοιο θα χρειαστείς εδώ στην Τρίπτυχη Γη. Εδώ ο άνθρωπος μπορεί να πεθάνει» —τα χοντρά δάχτυλα κροτάλισαν― «τόσο εύκολα». Το ξαφνικό γέλιο της είχε το ίδιο βραχνό χάδι που είχε και η φωνή της. «Ένα χρυσό μάρκο είπες». Όταν αυτός δίστασε, τα μισοθαμμένα μάτια της λαμπύρισαν με το κορακίσιο μαύρο χρώμα τους. «Σπανίως δίνω σ' έναν άντρα δεύτερη φορά την ίδια ευκαιρία».

Ήταν, το λιγότερο, μια παράξενη γυναίκα. Ο Καντίρ δεν διαμαρτυρήθηκε, παρά με μια μικρή γκριμάτσα. Αν η Κάιλι ήταν η συνεργάτισσά του, δεν υπήρχε καμία αμφιβολία για το ποιος έκανε κουμάντο. Κι αν ο Ματ γλίτωνε το κεφάλι του από το λιοπύρι, τότε άξιζε η τιμή. Η άλλη δάγκωσε το Δακρινό μάρκο που της έδωσε, πριν του αφήσει το καπέλο. Έτσι, για αλλαγή, του ταίριαζε. Και παρ' όλο που δεν είχε δροσιά κάτω από το πλατύ γείσο, τουλάχιστον έριχνε μια ευλογημένη σκιά. Έχωσε το μαντίλι στην τσέπη του σακακιού του.

«Κάτι για σας, τους υπόλοιπους;» Η σωματώδης γυναίκα έψαξε με το βλέμμα τους Αελίτες. «Τι χαριτωμένο κορίτσι», μουρμούρισε, κοιτάζοντας την Αβιέντα και γυμνώνοντας τα δόντια με μια έκφραση που θα μπορούσε να είναι χαμόγελο. «Κι εσύ, καλέ μου κύριε;» είπε γλυκά στον Ραντ. Η φωνή που έβγαινε από εκείνο το πρόσωπο ήταν αταίριαστη με το σώμα, ειδικά όταν έπαιρνε αυτό το μελιστάλαχτο τόνο. «Κάτι για να σε προστατεύει σ' αυτή την άγρια χώρα;» Ο Ραντ γύρισε τον Τζήντ'εν για να κοιτάξει τους αμαξάδες και κούνησε το κεφάλι. Με το σούφα γύρω από το πρόσωπό του, έμοιαζε πράγματι με Αελίτη.