«Απόψε, Κάιλι», είπε ο Καντίρ. «Θα αρχίσουμε να πουλάμε απόψε σ' ένα μέρος που λέγεται Ίμρε Σταντ».
«Έτσι, ε;» Στάθηκε κοιτώντας τους Σάιντο και λίγο περισσότερο την ομάδα της Σοφής. Ξαφνικά, γύρισε κι έφυγε προς τη δική της άμαξα. «Τότε γιατί κρατάς αυτούς τους ευγενικούς κυρίους εδώ; Κουνήσου, Καντίρ. Κουνήσου», είπε στον πραματευτή πάνω από τον ώμο της. Ο Ραντ έμεινε να την κοιτάζει, κουνώντας ξανά το κεφάλι.
Πλάι στην άμαξά της ήταν ένας βάρδος. Ο Ματ ανοιγόκλεισε τα μάτια, νομίζοντας ότι τον είχε χτυπήσει η ζέστη, όμως ο άνθρωπος, ένας μελαχρινός μεσήλικας που φορούσε ένα μανδύα γεμάτο μπαλώματα, δεν εξαφανίστηκε. Κοίταζε με ανησυχία τους συγκεντρωμένους, μέχρι που η Κάιλι τον έσπρωξε ν' ανέβει τα σκαλιά της άμαξας πριν απ' αυτήν. Ο Καντίρ κοίταξε τη λευκή άμαξά της πιο ανέκφραστος κι από Αελίτη, πριν πάει στη δική του. Ήταν πράγματι μια παράξενη συντροφιά.
«Είδες το βάρδο;» ρώτησε ο Ματ τον Ραντ, που ένευσε αόριστα, κοιτώντας τη σειρά με τις άμαξες σαν να μην είχε ξαναδεί κάτι τέτοιο. Ο Ρούαρκ και ο Χάιρν γυρνούσαν στους υπόλοιπους Τζίντο. Οι εκατό που περικύκλωναν τον Ραντ περίμεναν υπομονετικά και κοίταζαν πότε αυτόν και πότε ό,τι άλλο εκεί γύρω μπορούσε να κρύψει έστω κι ένα ποντίκι. Οι αμαξάδες πήραν τα γκέμια, ο Ραντ όμως δεν κουνήθηκε. «Παράξενοι άνθρωποι αυτοί οι πραματευτές, Ραντ. Τι λες; Φαντάζομαι, όμως, ότι πρέπει να είναι παράξενος κανείς για να έρθει στην Ερημιά. Κοίτα εμάς, για παράδειγμα». Η Αβιέντα έκανε μια γκριμάτσα μ' αυτό, ο Ραντ όμως δεν φάνηκε να ακούει. Ο Ματ ήθελε να πει ο Ραντ κάτι. Οτιδήποτε. Η σιωπή τον εκνεύριζε. «Θα φανταζόσουν ποτέ σου ότι είναι τόσο μεγάλη τιμή να συνοδεύσεις έναν πραματευτή, που θα καβγάδιζαν γι' αυτό ο Ρούαρκ και ο Κουλάντιν; Καταλαβαίνεις αυτό το τζι'ε'τόχ;»
«Είσαι ανόητος», μουρμούρισε η Αβιέντα. «Δεν είχε καμία σχέση με το τζι'ε'τόχ. Ο Κουλάντιν προσπαθεί να φερθεί σαν αρχηγός φατρίας. Ο Ρούαρκ δεν μπορεί να το επιτρέψει αυτό, αν ο Κουλάντιν δεν πάει στο Ρουίντιαν. Οι Σάιντο δεν θα δίσταζαν να κλέψουν τα κόκαλα που τρώει ένα σκυλί —θα έκλεβαν και τα κόκαλα και το σκυλί― αλλά ακόμα κι αυτοί δικαιούνται έναν αληθινό αρχηγό. Κι εξαιτίας του Ραντ αλ'Θόρ πρέπει να επιτρέψουμε σε χίλιους απ' αυτούς να στήσουν τις σκηνές τους στη γη μας».
«Τα μάτια του», είπε ο Ραντ, χωρίς να πάρει το βλέμμα από τις άμαξες. «Επικίνδυνος άνθρωπος»
Ο Ματ τον κοίταξε συνοφρυωμένος. «Τίνος τα μάτια; Του Κουλάντιν;»
«Τα μάτια του Καντίρ. Τόσος ιδρώτας, το πρόσωπό του άσπρισε. Όμως τα μάτια του δεν άλλαξαν καθόλου. Πάντα πρέπει να κοιτάς τα μάτια. Δεν είναι αυτό που δείχνει».
«Βέβαια, Ραντ». Ο Ματ σάλεψε στη σέλα του και μισοσήκωσε τα χαλινάρια, σαν να ήθελε να φύγει. Μπορεί τελικά η σιωπή να μην ήταν και τόσο άσχημη. «Πρέπει να κοιτάς τα μάτια».
Ο Ραντ γύρισε το βλέμμα στις κορυφές, στους κοντινότερους μυτερούς βράχους και τα μπιούτ, γυρνώντας από δω κι από κει το κεφάλι. «Ο χρόνος είναι το ρίσκο», μουρμούρισε. «Ο χρόνος στήνει δόκανα. Πρέπει να αποφύγω τα δικά τους, ενώ θα βάζω τα δικά μου».
Ο Ματ δεν διέκρινε τίποτα εκεί πάνω, εκτός από μερικούς σκορπισμένους θάμνους και κανένα κοντοπίθαρο δέντρο πού και πού. Η Αβιέντα κοίταξε συνοφρυωμένη εκεί ψηλά και μετά τον Ραντ, σιάζοντας την εσάρπα της. «Δόκανα;» είπε ο Ματ. Φως μου, ας μου δώσει μια απάντηση που να μην είναι τρελή. «Ποιος βάζει δόκανα;»
Για μια στιγμή ο Ραντ τον κοίταξε σαν να μην καταλάβαινε την ερώτηση. Οι άμαξες των πραματευτών ξεκινούσαν με συνοδεία τις Κόρες, που ακολουθούσαν στο πλάι, και έστριβαν για να ακολουθήσουν τους Τζίντο, ενώ παραπέρα έκαναν ακριβώς το ίδιο οι Σάιντο. Άλλες Κόρες έτρεξαν μπροστά για να ανιχνεύσουν. Μόνο οι Αελίτες γύρω από τον Ραντ στέκονταν ακίνητοι, αν και οι ομάδα των Σοφών είχε καθυστερήσει κοιτάζοντάς τους· από τις χειρονομίες της Εγκουέν, ο Ματ κατάλαβε ότι ήθελε να έρθει να δει τι γινόταν.
«Δεν μπορείς να το δεις, ή να το νιώσεις», είπε τελικά ο Ραντ. Έσκυψε λιγάκι προς τον Ματ και ψιθύρισε δυνατά, σαν να υποκρινόταν. «Τώρα προχωράμε παρέα με το κακό, Ματ. Να φυλάγεσαι». Είχε πάλι εκείνο το στραβό χαμόγελο, ενώ παρακολουθούσε τις άμαξες να αγκομαχούν.
«Νομίζεις ότι ο Καντίρ είναι από την πλευρά του κακού;»
«Είναι ένας επικίνδυνος άνθρωπος, Ματ —τα μάτια πάντα το προδίδουν― αλλά ποιος μπορεί να ξέρει; Μα τι λόγο έχω να ανησυχώ, αφού με κοιτάζουν η Μουαραίν και οι Σοφές; Και ας μην ξεχνάμε τη Λανφίαρ. Βρέθηκε ποτέ κανείς κάτω από τόσα άγρυπνα μάτια;» Ο Ραντ ξαφνικά ίσιωσε το κορμί στη σέλα. «Έχει αρχίσει», είπε χαμηλόφωνα. «Ευχήσου να έχω την τύχη σου, Ματ. Έχει αρχίσει και δεν υπάρχει πια γυρισμός, όπου κι αν πέσει η λεπίδα». Ένευσε μόνος του και ξεκίνησε να πλησιάσει τον Ρούαρκ, με την Αβιέντα να τρέχει πλάι του και τους εκατό Τζίντο να ακολουθούν.