Ο Ματ ακολούθησε πρόθυμα. Οπωσδήποτε ήταν καλύτερο από να μείνει εκεί. Ο ήλιος έκαιγε ψηλά, στον καταγάλανο ουρανό. Είχαν πολύ να ταξιδέψουν ακόμα μέχρι να βραδιάσει. Είχε αρχίσει; Είχε αρχίσει στο Ρουίντιαν· ή, ακόμα καλύτερα, στο Πεδίο του Έμοντ, μια Νύχτα του Χειμώνα πριν από ένα χρόνο. «Παρέα με το κακό» και «δεν υπάρχει γυρισμός»; Και η Λανφίαρ; Ο Ραντ προχωρούσε στην κόψη του ξυραφιού πια. Δεν υπήρχε αμφιβολία. Ο Ματ έπρεπε να ξεφύγει από την Ερημιά πριν να είναι πολύ αργά. Πού και που, περιεργαζόταν τις άμαξες των πραματευτών. Πριν να είναι πολύ αργά. Αν δεν ήταν ήδη πολύ αργά.
37
Ίμρε Σταντ
Ο ήλιος ήταν ακόμα ένα δάχτυλο πάνω από τον τραχύ, δυτικό ορίζοντα, όταν ο Ρούαρκ είπε ότι το Ίμρε Σταντ, όπου σκόπευε να μείνουν τη νύχτα, βρισκόταν μόνο ένα μίλι μπροστά τους.
«Γιατί σταματάμε από τώρα;» ρώτησε ο Ραντ. «Θα έχει ακόμα φως για ώρες».
Του απάντησε η Αβιέντα —περπατώντας στην άλλη πλευρά του Τζήντ'εν, από κει που ήταν ο αρχηγός φατρίας― με τον περιφρονητικό τόνο που είχε μάθει να περιμένει απ' αυτή. «Στο Ίμρε Σταντ υπάρχει νερό. Είναι προτιμότερο να στρατοπεδεύεις κοντά στο νερό, όταν βρίσκεις την ευκαιρία».
«Και επίσης οι άμαξες των πραματευτών δεν μπορούν να προχωρήσουν πολύ ακόμα», πρόσθεσε ο Ρούαρκ. «Όταν μακραίνουν οι σκιές πρέπει να σταματούν, αλλιώς κινδυνεύουν να σπάσουν τους τροχούς τους και τα πόδια των μουλαριών. Δεν θέλω να τους αφήσω πίσω. Δεν μου περισσεύει κανείς για να τους φυλάει, ενώ ο Κουλάντιν έχει ανθρώπους να το κάνουν».
Ο Ραντ έστριψε στη σέλα του. Πλαισιωμένες από Ντουάντε Μάχντι’ιν των Τζίντο, Αναζητητές Νερού, οι άμαξες προχωρούσαν με κόπο μερικές εκατοντάδες βήματα στο πλάι, τραντάζονταν, σήκωναν μια ψηλή στήλη κίτρινου χώματος. Οι πιο πολλές ρεματιές ήταν πολύ βαθιές ή είχαν πολύ απότομες πλαγιές κι έτσι οι αμαξάδες αναγκάζονταν να τις παρακάμπτουν, οπότε το καραβάνι στριφογύριζε σαν μεθυσμένο φίδι. Δυνατές βλαστήμιες ακούγονταν από την τρεμουλιαστή γραμμή, που κατηγορούσαν τα μουλάρια για όλα. Ο Καντίρ και η Κάιλι ήταν ακόμα μέσα στις άσπρες άμαξές τους.
«Φυσικά και δεν θέλεις να το κάνεις αυτό», είπε ο Ραντ. Γέλασε μαλακά, ασυναίσθητα.
Ο Ματ τον κοιτούσε παράξενα κάτω από τον πλατύ γύρο του καινούριου καπέλου του. Χαμογέλασε καθησυχαστικά, όπως ήλπιζε, μα η έκφραση του Ματ δεν άλλαξε. Θα πρέπει να προσέχει, σκέφτηκε ο Ραντ. Εδώ διακυβεύονται πολλά.
Μιας και μιλούσε για προσοχή, συνειδητοποίησε ότι η Αβιέντα τον περιεργαζόταν, με την εσάρπα τυλιγμένη στο κεφάλι σαν σούφα. Όρθωσε πάλι το κορμί του. Η Μουαραίν μπορεί να της είχε πει να τον περιποιείται, αλλά είχε την εντύπωση ότι η Αβιέντα ήθελε να τον δει να αποτυγχάνει. Σίγουρα θα το έβρισκε αστείο, τέτοιο που ήταν το χιούμορ των Αελιτών. Μπορεί να αντιπαθούσε το γεγονός ότι την είχαν βάλει σε φόρεμα και την είχαν στείλει να τον παρακολουθεί, αλλά το λαμπύρισμα στα μάτια της έδειχνε ότι ήταν πιο προσωπικό.
Έτσι για αλλαγή, η Μουαραίν και οι Σοφές δεν τον παρακολουθούσαν. Στα μισά της απόσταση μεταξύ των Τζίντο και των Σάιντο, η Μουαραίν και η Εγκουέν περπατούσαν μαζί με την Άμυς και τις άλλες· και οι έξι γυναίκες κοίταζαν κάτι στα χέρια της Άες Σεντάι. Αντανακλούσε το φως του ήλιου που βασίλευε και λαμπύριζε σαν πετράδι· έμοιαζαν προσηλωμένες σαν κοριτσόπουλα γύρω από μπιχλιμπίδι. Ο Λαν βρισκόταν πίσω τους, μαζί με τους γκαϊ'σάιν και τα άλογα φόρτου, σαν να τον είχαν διώξει.
Η σκηνή ανησύχησε τον Ραντ. Είχε συνηθίσει να είναι το κέντρο της προσοχής τους. Τι είχαν βρει που ήταν πιο ενδιαφέρον; Σίγουρα δεν θα χαιρόταν αν μάθαινε τι ήταν. Όλες είχαν τα σχέδιά τους γι' αυτόν. Η Εγκουέν ήταν η μόνη την οποία εμπιστευόταν στ' αλήθεια. Φως μου, ελπίζω ότι ακόμα μπορώ να την εμπιστεύομαι. Τον μόνο που μπορούσε στ' αλήθεια να εμπιστεύεται ήταν ο εαυτός του. Όταν ο αγριόχοιρος βγαίνει από την κρυψώνα τον, είσαι μόνο εσύ και το δόρυ σον. Το γέλιο του αυτή τη φορά είχε μια πίκρα.
«Βρίσκεις διασκεδαστική την Τρίπτυχη Γη, Ραντ αλ'Θόρ;» Το χαμόγελο της Αβιέντα ήταν μια στιγμιαία λάμψη άσπρων δοντιών. «Γέλα όσο μπορείς, υδρόβιε. Όταν σε τσακίσει αυτή η γη, θα είναι η πρέπουσα τιμωρία για τον τρόπο που φέρθηκες στην Ηλαίην».
Γιατί δεν τα παρατούσε αυτή η γυναίκα; «Δεν έδειξες σεβασμό στον Αναγεννημένο Δράκοντα», ξέσπασε, «αλλά προσπάθησε να δείξεις λίγο στον Καρ'α'κάρν».