Ο Ρούαρκ χασκογέλασε. «Ο αρχηγός φατρίας δεν είναι ούτε υδρόβιος βασιλιάς, Ραντ, ούτε ο Καρ'α'κάρν. Υπάρχει σεβασμός —αν και οι γυναίκες συνήθως δείχνουν όσο λιγότερο μπορούν― όμως όλοι μπορούν να μιλήσουν στον αρχηγό». Πάντως έριξε συνοφρυωμένος μια ματιά στη γυναίκα, που ήταν στην άλλη πλευρά του αλόγου του Ραντ. «Μερικές φτάνουν στα όρια της τιμής».
Η Αβιέντα πρέπει να κατάλαβε ότι το τελευταίο απευθυνόταν σ' αυτήν· το πρόσωπό της πέτρωσε. Εντούτοις, συνέχισε να προχωρά, χωρίς να πει άλλη λέξη, με τις γροθιές σφιγμένες στα πλευρά της.
Τότε εμφανίστηκαν δύο Κόρες που είχαν βγει για ανίχνευση, τρέχοντας γοργά. Προφανώς δεν ήταν μαζί· η μια κατευθύνθηκε προς το Σάιντο, η άλλη προς το Τζίντο. Ο Ραντ την αναγνώρισε, ήταν μια γυναίκα με ξανθά μαλλιά που λεγόταν Αντελίν, ομορφούλα αλλά με σκληρό πρόσωπο και μια ουλή που σχημάτιζε μια λεπτή γραμμή στο ηλιοκαμένο μάγουλό της. Ήταν από τους Αελίτες που είχαν έρθει στην Πέτρα, αν και ήταν μεγαλύτερη από τις Κόρες εκεί, ίσως δέκα χρόνια μεγαλύτερη από τον Ραντ. Η κλεφτή ματιά που έριξε στην Αβιέντα, πριν σταθεί δίπλα στον Ρούαρκ, ανάμικτη με περιέργεια και συμπόνια, έκανε τον Ραντ να αφρίσει. Αν η Αβιέντα είχε συμφωνήσει να κάνει την κατάσκοπο των Σοφών, δεν της άξιζε συμπόνια. Η παρέα του δεν ήταν τόσο καταθλιπτική. Τον ίδιο τον Ραντ η Αντελίν τον αγνόησε παντελώς.
«Φασαρίες στο Ίμρε Σταντ», είπε στον Ρούαρκ, μιλώντας γρήγορα και κοφτά. «Δεν φαίνεται κανένας. Μείναμε κρυμμένες και δεν ζυγώσαμε».
«Ωραία», απάντησε ο Ρούαρκ. «Πληροφόρησε τις Σοφές». Ζυγιάζοντας ασυναίσθητα τα δόρατά του, γύρισε στο κύριο σώμα των Τζίντο. Η Αβιέντα μουρμούριζε μόνη της και έσιαζε τις φούστες της, προφανώς θέλοντας να πάει μαζί του.
«Νομίζω ότι ήδη ξέρουν», είπε ο Ματ, καθώς η Αντελίν έτρεχε προς την ομάδα των Σοφών.
Από την αναστάτωση που επικρατούσε μεταξύ των γυναικών γύρω από τη Μουαραίν, ο Ραντ πίστεψε πως ο Ματ είχε δίκιο. Όλες έμοιαζαν να μιλάνε ταυτοχρόνως. Η Εγκουέν σκίαζε τα μάτια της και κοίταζε την Αντελίν ή τον Ραντ, με το άλλο χέρι στο στόμα της. Πώς το ήξεραν, ήταν ένα ερώτημα για αργότερα.
«Τι φασαρίες μπορεί να είναι;» ρώτησε την Αβιέντα. Αυτή ακόμα μουρμούριζε μόνη της και δεν του απάντησε. «Αβιέντα; Τι φασαρίες;» Τίποτα. «Που να καείς, γυναίκα, δεν μπορείς να απαντήσεις σε μια απλή ερώτηση! Τι φασαρίες;»
Εκείνη κοκκίνισε, όμως απάντησε με έναν ήρεμο τόνο. «Μάλλον είναι καμιά επιδρομή, για κατσίκια ή για πρόβατα· είτε τα μεν, είτε τα δε, μπορούν να τα φέρουν στο Ίμρε για να βοσκήσουν, αλλά μάλλον είναι κατσίκια, εξαιτίας του νερού. Πρέπει να ήταν οι Τσαρήν, η φυλή του Λευκού Όρους ή του Τζάρα. Είναι πιο κοντά. Ή μπορεί να είναι κάποια φυλή από το Γκόσιεν. Το Τομανέλε είναι μακριά. Νομίζω».
«Θα γίνει μάχη;» Άπλωσε στο σαϊντίν· τον πλημμύρισε ο γλυκός καταιγισμός της Δύναμης. Το ξινό μίασμα κύλησε αργά μέσα του και ιδρώτας ανάβλυσε απ' όλους τους πόρους του. «Αβιέντα;»
«Όχι. Η Αντελίν θα μας έλεγε αν οι επιδρομείς ήταν ακόμα εκεί. Το κοπάδι και οι γκαϊ'σάιν τώρα θα είναι μίλια μακριά. Δεν μπορούμε να ξαναβρούμε το κοπάδι, επειδή πρέπει να συνοδεύουμε εσένα».
Αναρωτήθηκε γιατί η Αβιέντα δεν είπε τίποτα για τους αιχμαλώτους, τους γκαϊ'σάιν, αλλά δεν έμεινε πολύ να απορεί. Δεν του άφηνε χώρο για πολλές σκέψεις η προσπάθεια που κατέβαλλε για να μένει όρθιος στη σέλα κρατώντας το σαϊντίν, για να μη λυγίσει, να μην αφεθεί να παρασυρθεί.
Ο Ρούαρκ και οι Τζίντο απλώθηκαν και έτρεξαν μπροστά, καλύπτοντας με πέπλα τα πρόσωπά τους, ενώ ο Ραντ τους ακολούθησε πιο αργά. Η Αβιέντα τον κοίταζε ανυπόμονα με τα φρύδια σμιγμένα, όμως αυτός έβαλε τον Τζήντ'εν να προχωρά με ζωηρό βήμα. Δεν θα έμπαινε καλπάζοντας στην παγίδα κάποιου άλλου· Τουλάχιστον ο Ματ δεν βιαζόταν· είχε κοντοσταθεί, κοιτώντας τις άμαξες των πραματευτών, πριν ξεκινήσει με τον Πιπς. Ο Ραντ ούτε που κοίταξε τις άμαξες.
Οι Σάιντο έμειναν πίσω, κάνοντας πιο αργά, μέχρι που οι Σοφές ξεκίνησαν πάλι. Φυσικά. Εδώ ήταν γη του Τάαρνταντ. Ο Κουλάντιν δεν νοιαζόταν για επιδρομές. Ο Ραντ έλπισε να συγκεντρώνονταν γρήγορα στο Άλκαιρ Νταλ οι αρχηγοί φατριών. Πώς μπορούσε να ενώσει ένα λαό που έμοιαζε να μάχεται συνεχώς με τον εαυτό του; Τώρα αυτό ήταν η μικρότερη από τις ανησυχίες του.
Όταν στο τέλος φάνηκε το Ίμρε Σταντ, ήταν μια έκπληξη. Μερικά σκόρπια, μικρά κοπάδια από άσπρες κατσίκες με μακριές τρίχες έβοσκαν στο σκληρό χορτάρι που υπήρχε εδώ κι εκεί, ακόμα και στα φύλλα των αγκαθωτών θάμνων. Στην αρχή δεν πρόσεξε το κακοφτιαγμένο, πέτρινο κτίριο που ακουμπούσε στα ριζά ενός ψηλού μπιούτ· η τραχιά, πελεκημένη πέτρα έδενε τέλεια μαζί του και αρκετές βάτες είχαν ριζώσει στο χώμα που σκέπαζε την οροφή. Δεν ήταν πολύ μεγάλο, είχε σχισμές για παράθυρα, απ' όπου μπορούσαν με ασφάλεια να ρίχνουν οι τοξότες, και απ' όσο διέκρινε ο Ραντ, υπήρχε μόνο μια πόρτα. Ύστερα από μια στιγμή εντόπισε άλλο ένα κτίριο, όχι πιο μεγάλο, σφηνωμένο σ' ένα πεζούλι περίπου είκοσι βήματα ψηλότερα. Μια βαθιά ρωγμή ξεκινούσε πίσω από το πέτρινο σπίτι στα ριζά και ανηφόριζε ως το πεζούλι κι ακόμα ψηλότερα· δεν φαινόταν άλλος τρόπος για να φτάσει κανείς στο πεζούλι.