Выбрать главу

Ο μοναδικός Τζίντο που φαινόταν ήταν ο Ρούαρκ, που στεκόταν περίπου τετρακόσια βήματα από το μπιούτ με το πέπλο κατεβασμένο. Αυτό, φυσικά, δεν σήμαινε ότι οι άλλοι δεν ήταν εκεί. Ο Ραντ τράβηξε τα γκέμια πλάι του και ξεπέζεψε. Ο αρχηγός φατρίας συνέχισε να εξετάζει τα πέτρινα κτίρια.

«Τα κατσίκια», είπε η Αβιέντα με έναν προβληματισμένο τόνο. «Οι επιδρομείς δεν θα άφηναν πίσω κατσίκια. Τα περισσότερα λείπουν, αλλά μοιάζει σαν να άφησαν το κοπάδι να τριγυρνά».

«Για μέρες», συμφώνησε ο Ρούαρκ, χωρίς να παίρνει το βλέμμα από τα κτίρια, «αλλιώς θα έμεναν περισσότερα. Γιατί δεν βγαίνει κανείς; Μπορούν να δουν το πρόσωπό μου και με ξέρουν». Άρχισε να προχωρά και δεν έφερε αντίρρηση όταν ήρθε δίπλα του ο Ραντ, τραβώντας τον Τζήντ'εν. Η Αβιέντα είχε το ένα χέρι στο μαχαίρι της ζώνης της και ο Ματ, πίσω τους, καβάλα στο άλογο, κρατούσε το δόρυ με το μαύρο κοντάρι σαν να περίμενε πως θα το χρησιμοποιούσε.

Η πόρτα ήταν από τραχύ ξύλο, φτιαγμένη από κοντές, στενές σανίδες. Μερικά από τα γερά στηρίγματα είχαν σπάσει από χτυπήματα με τσεκούρι. Ο Ρούαρκ δίστασε για μια στιγμή πριν την ανοίξει. Μόλις που έριξε μια ματιά μέσα, πριν γυρίσει για να κοιτάξει τη γύρω περιοχή.

Ο Ραντ έβαλε μέσα το κεφάλι του. Εκεί δεν ήταν κανείς. Το εσωτερικό, με το φως να χύνεται λοξά από τις σχισμές για τα βέλη στους τοίχους, ήταν όλο ένα δωμάτιο, και μάλιστα όχι σπίτι, απλώς ένα μέρος για να βρίσκουν καταφύγιο οι βοσκοί και να αμύνονται σε περίπτωση επίθεσης. Δεν υπήρχαν καθόλου έπιπλα, ούτε τραπέζια ή καρέκλες. Κάτω από μια ανοιχτή, καπνισμένη τρύπα στην οροφή υπήρχε ένα ανυψωμένο, ανοιχτό τζάκι. Η πλατιά ρωγμή στο πίσω μέρος είχε σκαλιά σμιλεμένα στον γκρίζο βράχο. Το μέρος είχε λεηλατηθεί. Στρώματα, κουβέρτες, κατσαρόλες, όλα ήταν σκορπισμένα στο πέτρινο πάτωμα, ανάμεσα σε ξεσχισμένα μικρά και μεγάλα μαξιλάρια. Είχαν περιλούσει τα πάντα με κάποιο υγρό, τους τοίχους, ακόμα και το ταβάνι, το οποίο είχε ξεραθεί και μαυρίσει.

Όταν συνειδητοποίησε τι ήταν, τινάχτηκε πίσω και το σμιλεμένο από τη Δύναμη σπαθί φάνηκε στα χέρια του πριν καν το σκεφτεί. Αίμα. Πολύ αίμα. Είχε γίνει σφαγή εδώ, από τις πιο άγριες που μπορούσε να φανταστεί. Τίποτα δεν σάλευε εκεί έξω, εκτός από τα κατσίκια.

Η Αβιέντα έκανε πίσω όσο γρήγορα μπήκε μέσα. «Ποιοι;» απαίτησε να μάθει, χωρίς να μπορεί να το πιστέψει, ενώ τα μεγάλα, πρασινογάλανα μάτια της ξεχείλιζαν από οργή. «Ποιοι θα έκαναν τέτοιο πράγμα; Πού είναι οι νεκροί;»

«Τρόλοκ», μουρμούρισε ο Ματ. «Μου φαίνεται έργο των Τρόλοκ».

Αυτή ξεφύσησε περιφρονητικά. «Οι Τρόλοκ δεν έρχονται στην Τρίπτυχη Γη, υδρόβιε. Το πολύ μερικά μίλια πιο κάτω από τη Μάστιγα, και πάλι σπάνια. Άκουσα ότι αποκαλούν Γη Θανάτου την Τρίπτυχη Γη. Εμείς κυνηγάμε τους Τρόλοκ, υδρόβιε· δεν μας κυνηγούν αυτοί».

Τίποτα δεν σάλευε. Ο Ραντ άφησε το σπαθί να χαθεί, έσπρωξε πέρα το σαϊντίν. Ήταν δύσκολο. Η γλύκα της Δύναμης σχεδόν έφτανε για να ξεπεράσει το μίασμα, η απόλυτη ζωντάνια σχεδόν έφτανε για να τον κάνει να μη νοιάζεται. Ο Ματ είχε δίκιο, κι ας έλεγε ό,τι ήθελε η Αβιέντα, όμως αυτό το πράγμα ήταν παλιό, οι Τρόλοκ είχαν χαθεί. Τρόλοκ στην Ερημιά, σε ένα μέρος στο οποίο είχε έρθει ο Ραντ. Δεν ήταν τόσο ανόητος ώστε να το θεωρήσει σύμπτωση. Αλλά αν με περνούν για ανόητο, ίσως φερθούν απρόσεκτα.

Ο Ρούαρκ έκανε νόημα στους Τζίντο να έρθουν μέσα —φάνηκαν να ξεπετάγονται από το έδαφος― και κάποια στιγμή αργότερα φάνηκαν και οι άλλοι, οι Σάιντο, οι άμαξες των πραματευτών και η ομάδα των Σοφών. Δεν άργησε να διαδοθεί η είδηση για όσα βρέθηκαν και ανάμεσα στους Αελίτες επικράτησε ένταση. Κινούνταν σαν να περίμεναν επίθεση ανά πάσα στιγμή, ίσως ο ένας από τον άλλο. Οι ανιχνευτές απλώθηκαν προς όλες τις κατευθύνσεις. Οι αμαξάδες κατέβηκαν από τα μουλάρια, κοιτάζοντας γύρω με απότομες κινήσεις και μοιάζοντας έτοιμοι να βουτήξουν κάτω από τις άμαξές τους με την πρώτη φωνή.

Για κάποια ώρα, το μέρος έμοιαζε με ξεσηκωμένη μυρμηγκοφωλιά. Ο Ρούαρκ φρόντισε να βάλουν οι πραματευτές τις άμαξές τους στην άκρη του στρατοπέδου των Τζίντο. Ο Κουλάντιν τον αγριοκοίταξε, μιας κι αυτό σήμαινε ότι όποιος Σάιντο ήθελε να εμπορευτεί έπρεπε να πάει στους Τζίντο, αλλά δεν διαφώνησε. Ίσως ακόμα κι αυτός να καταλάβαινε ότι τώρα αυτό θα οδηγούσε στο χορό των δοράτων. Οι σκηνές του Σάιντο στήθηκαν μόλις διακόσιες πενήντα απλωσιές πιο πέρα, με τις Σοφές, όπως συνήθως, στο ενδιάμεσο. Οι Σοφές εξέτασαν το εσωτερικό του κτιρίου, όπως επίσης η Μουαραίν και ο Λαν, αλλά δεν είπαν σε κανέναν αν κατέληξαν σε κάποιο συμπέρασμα.