Όπως φάνηκε, στο Ίμρε Σταντ έπαιρναν το νερό από μια μικρή πηγή στο πίσω μέρος της ρωγμής, η οποία γέμιζε μια βαθιά, περίπου στρογγυλή λιμνούλα —δεξαμενή, όπως την έλεγε ο Ρούαρκ― με πλάτος μικρότερο από δύο βήματα. Αρκούσε για τους βοσκούς, αρκούσε για να γεμίσουν οι Τζίντο μερικά ασκιά τους. Οι Σάιντο δεν ζύγωσαν· στο Τάαρνταντ, δικαίωμα στο νερό είχαν πρώτα οι Τζίντο. Όπως φαινόταν, τα κατσίκια έπαιρναν το νερό που χρειάζονταν μόνο από τα χοντρά φύλλα των αγκαθωτών θάμνων. Ο Ρούαρκ διαβεβαίωσε τον Ραντ ότι θα υπήρχε περισσότερο νερό στη στάση που θα έκαναν το επόμενο βράδυ.
Ο Καντίρ τους είχε μια έκπληξη, ενώ οι αμαξάδες ξέζευαν τα ζώα τους και έφερναν κουβάδες με νερό από τις υδροφόρες άμαξες. Όταν βγήκε από την άμαξά του, τον συνόδευε μια μελαχρινή νεαρή, η οποία φορούσε κόκκινη, μεταξωτή εσθήτα και κόκκινα, βελούδινα γοβάκια, που η θέση τους ήταν μάλλον σε παλάτι παρά στην Ερημιά. Είχε μια ψιλή, κόκκινη εσάρπα, φορεμένη σχεδόν σαν πέπλο με σούφα, η οποία δεν την προστάτευε καθόλου από τον ήλιο και βέβαια δεν έκρυβε ένα χλωμό, πανέμορφο πρόσωπο με σχήμα καρδιάς. Κρεμασμένη στο χοντρό μπράτσο του πραματευτή, λικνιζόταν μαυλιστικά, καθώς αυτός την πήγαινε να δει το ματωμένο δωμάτιο· η Μουαραίν και οι άλλες είχαν πάει εκεί που οι γκαϊ'σάιν έστηναν το στρατόπεδο των Σοφών. Όταν το ζευγάρι ξαναβγήκε έξω, η γυναίκα ρίγησε χαριτωμένα. Ο Ραντ ήταν σίγουρος ότι υποκρινόταν, όπως ήταν σίγουρος ότι αυτή είχε ζητήσει να δει το εργαστήρι του σφαγέα. Η επίδειξη αποστροφής κράτησε δύο δευτερόλεπτα το πολύ και ύστερα η προσοχή της στράφηκε στους Αελίτες.
Απ' ό,τι φαινόταν, ένα από τα αξιοθέατα που ήθελε να δει ήταν κι ο Ραντ. Ο Καντίρ φαινόταν έτοιμος να την πάρει πίσω, στην άμαξά του, όμως αντίθετα αυτή τον οδήγησε στον Ραντ, με το αποπλανητικό χαμόγελο στα σαρκώδη χείλη της ολοφάνερο πίσω από το διαφανές πέπλο. «Ο Χάντναν μου έλεγε για σένα», είπε με βραχνή φωνή. Μπορεί να κρεμόταν από τον πραματευτή, αλλά τα μαύρα μάτια της κοίταζαν απροκάλυπτα τον Ραντ. «Είσαι αυτός που λένε οι Αελίτες. Εκείνος Που Έρχεται Με Την Αυγή». Η Κάιλι και ο βάρδος ήρθαν από τη δεύτερη άμαξα και στάθηκαν μαζί στο βάθος, κοιτάζοντας.
«Έτσι φαίνεται», είπε ο Ραντ.
«Παράξενο». Το χαμόγελό της έγινε ζαβολιάρικο, σκανδαλιστικό. «Νόμιζα ότι θα ήσουν πιο ωραίος». Χτύπησε απαλά τον Καντίρ στο μάγουλο και αναστέναξε. «Αυτή η φρικτή ζέστη είναι πολύ εξουθενωτική. Μην αργείς πολύ».
Ο Καντίρ δεν ξαναμίλησε, παρά μόνο όταν η γυναίκα είχε ανέβει τα σκαλιά και είχε ξαναμπεί μέσα. Στη θέση του καπέλου φορούσε ένα μακρύ, λευκό κασκόλ, δεμένο στην πάνω μεριά του κεφαλιού του. «Συγχώρεσε την Ισέντρε, καλέ μου κύριε. Μερικές φορές είναι πολύ... αυθάδης». Η φωνή του ήθελε να τον μαλακώσει, αλλά τα μάτια του ήταν σαν αρπακτικού πουλιού. Δίστασε και μετά συνέχισε. «Άκουσα κι άλλα πράγματα. Άκουσα ότι πήρες το Καλαντόρ από την Καρδιά της Πέτρας».
Τα μάτια του άλλου δεν άλλαξαν καθόλου. Αν ήξερε για το Καλαντόρ, τότε ήξερε ότι ο Ραντ ήταν ο Αναγεννημένος Δράκοντας, ήξερε ότι μπορούσε να χειριστεί τη Μία Δύναμη. Και τα μάτια του δεν άλλαξαν καθόλου. Επικίνδυνος άνθρωπος. «Άκουσα να λένε», του είπε ο Ραντ, «ότι απ' όσα ακούς δεν πρέπει να πιστεύεις τίποτα, ενώ απ' όσα βλέπεις μόνο τα μισά».
«Σοφός κανόνας», είπε ο Καντίρ ύστερα από μια στιγμή. «Αλλά για να επιτύχει το μεγαλείο, ο άνθρωπος πρέπει κάτι να πιστεύει. Η πίστη και η γνώση ανοίγουν το δρόμο για τη μεγαλοσύνη. Η γνώση ίσως να είναι το πολυτιμότερο όλων. Όλοι αναζητούμε το νόμισμα της γνώσης. Να με συμπαθάς, καλέ μου κύριε. Η Ισέντρε δεν είναι υπομονετική γυναίκα. Ίσως βρούμε μια άλλη ευκαιρία να συζητήσουμε».
Πριν κάνει τρία βήματα ο άνθρωπος, η Αβιέντα μίλησε με χαμηλή, σκληρή φωνή. «Ανήκεις στην Ηλαίην, Ραντ αλ'Θόρ. Έτσι κοιτάζεις κάθε γυναίκα που έρχεται μπροστά σου, ή μόνο εκείνες που είναι μισόγυμνες; Αν βγάλω τα ρούχα μου, θα με κοιτάξεις έτσι κι εμένα; Ανήκεις στην Ηλαίην!»
Είχε ξεχάσει ότι ήταν κι αυτή εκεί. «Δεν ανήκω σε κανέναν, Αβιέντα. Στην Ηλαίην; Δεν ξέρει ούτε και η ίδια τι θέλει».
«Η Ηλαίην σου γύμνωσε την καρδιά της, Ραντ αλ'Θόρ. Αν δεν σου την έδειξε στην Πέτρα του Δακρύου, δεν σου είπαν τα δύο γράμματά της τι νιώθει; Είσαι δικός της και καμίας άλλης».