Ο Ραντ σήκωσε ψηλά τα χέρια και απομακρύνθηκε από αυτήν. Ή τουλάχιστον προσπάθησε. Αυτή τον ακολούθησε κατά πόδας, μια σκιά όλο αποδοκιμασία στη λάμψη του ήλιου.
Σπαθιά. Οι Αελίτες μπορεί να είχαν ξεχάσει γιατί δεν έφεραν σπαθιά, αλλά είχαν διατηρήσει την περιφρόνηση γι' αυτά. Τα σπαθιά ίσως να την έκαναν να τον αφήσει ήσυχο. Έψαξε να βρει τον Λαν στο στρατόπεδο των Σοφών και ζήτησε από τον Πρόμαχο να τον κοιτάζει όσο θα έκανε εξάσκηση στις στάσεις της ξιφασκίας. Η μόνη από τις τέσσερις που φαινόταν ήταν η Μπάιρ και κατσούφιασε, με τις ρυτίδες του προσώπου της να βαθαίνουν. Ούτε και η Εγκουέν φαινόταν πουθενά. Η Μουαραίν έδειχνε γαλήνια, σαν να φορούσε μάσκα, και τα μαύρα μάτια της ήταν ατάραχα· ο Ραντ δεν ήξερε αν τον κοιτούσε αποδοκιμαστικά.
Δεν ήθελε να προσβάλει τους Αελίτες, έτσι πήγε με τον Λαν ανάμεσα στις σκηνές των Σοφών και των Τζίντο. Χρησιμοποίησε ένα από τα σπαθιά εξάσκησης που είχε ο Λαν στα πράγματά του, ένα δεμάτι από χαλαρά δεμένες πήχες, αντί για λεπίδα. Όμως είχε σωστό βάρος και ισορροπία, και ο Ραντ μπόρεσε να ξεχαστεί στην όμοια με χορό εναλλαγή από τη μια στάση στην άλλη, με το σπαθί εξάσκησης στα χέρια του, κομμάτι του εαυτού του. Συνήθως έτσι ήταν. Σήμερα ο ήλιος ήταν ένα καμίνι στον ουρανό, που ρουφούσε υγρασία και δύναμη. Η Αβιέντα κάθισε στο έδαφος παραδίπλα, αγκαλιάζοντας τα γόνατά της στο στήθος της και κοιτάζοντάς τον.
Στο τέλος, λαχανιασμένος, άφησε τα χέρια του να χαμηλώσουν.
«Έχασες την αυτοσυγκέντρωση σου», του είπε ο Λαν. «Πρέπει να τη διατηρείς, ακόμα κι όταν σου κόβονται τα γόνατα. Όταν τη χάσεις, εκείνη θα είναι η μέρα που θα πεθάνεις. Και αυτός που θα σε σκοτώσει θα είναι μάλλον κανένα χωριατόπαιδο, που πρώτη φορά θα πιάνει σπαθί στα χέρια του». Χαμογέλασε ξαφνικά, κάτι παράξενο σε εκείνο το πέτρινο πρόσωπο.
«Ναι. Τι να κάνω, δεν είμαι πια χωριατόπαιδο, έτσι δεν είναι;» Είχαν αποκτήσει θεατές, αν και σε κάποια απόσταση. Υπήρχαν Αελίτες σε σειρές στην άκρη των στρατοπέδων του Σάιντο και του Τζίντο. Ο όγκος της Κάιλι, τυλιγμένος σε κρεμ ρούχα, ξεχώριζε ανάμεσα στους Τζίντο, με το βάρδο πλάι της να φορά το μανδύα με τα μπαλώματα. Τι θα διάλεγε; Δεν ήθελε να τον δουν να τους κοιτάζει. «Πώς πολεμούν οι Αελίτες, Λαν;»
«Σκληρά», είπε στεγνά ο Πρόμαχος. «Ποτέ δεν χάνουν την αυτοσυγκέντρωσή τους. Δες εδώ πέρα». Με το σπαθί του χάραξε στο σκληρό, σκασμένο πηλό έναν κύκλο και τόξα. «Οι Αελίτες αλλάζουν τακτική ανάλογα με τις συνθήκες, αλλά προτιμούν αυτήν. Προχωρούν σε φάλαγγα, που διαιρείται σε τέταρτα. Όταν συναντήσουν εχθρό, το πρώτο τέταρτο χιμά για να τον καθηλώσει. Το δεύτερο και το τρίτο απλώνεται δεξιά κι αριστερά, χτυπώντας τα πλευρά και την οπισθοφυλακή. Το τελευταίο τέταρτο παραμένει σε εφεδρεία, συχνά δεν παρακολουθεί καν τη μάχη, με εξαίρεση τον αρχηγό του. Όταν εμφανιστεί ένα αδύνατο σημείο —μια τρύπα, οτιδήποτε― τότε η εφεδρεία χτυπάει εκεί. Τέλος!» Το σπαθί του καρφώθηκε στον κύκλο, που τον είχαν ήδη τρυπήσει τα βέλη.
«Πώς μπορείς να το νικήσεις αυτό;» ρώτησε ο Ραντ.
«Με δυσκολία. Όταν εμπλακείς στη μάχη —δεν θα δεις τους Αελίτες πριν σε χτυπήσουν, παρά μόνο αν είσαι τυχερός― στείλε αμέσως καβαλάρηδες να αναχαιτίσουν, ή τουλάχιστον να επιβραδύνουν, τις επιθέσεις πλευροκόπησης. Αν κρατήσεις πίσω το κύριο σώμα των δυνάμεων σου και αποκρούσεις την επίθεση καθήλωσης, τότε μπορείς να στραφείς εναντίον των άλλων και να τους νικήσεις κι αυτούς».
«Γιατί θες να μάθεις πώς να πολεμάς Αελίτες;» ξέσπασε η Αβιέντα. «Δεν είσαι Εκείνος Που Έρχεται Με Την Αυγή, που θα μας ενώσει και θα μας ξαναφέρει την αλλοτινή δόξα; Εκτός αυτού, αν θέλεις να μάθεις πώς να πολεμάς Αελίτες, ρώτα Αελίτες, όχι έναν υδρόβιο. Οι τρόποι του δεν έχουν αποτέλεσμα».
«Αρκετές φορές είχαν αποτέλεσμα για τους Μεθορίτες». Οι μαλακές μπότες του Ρούαρκ άφηναν ελάχιστους ήχους στο σκληρό έδαφος. Είχε ένα ασκί παραμάσχαλα. «Αβιέντα, πάντα δείχνουμε ανοχή όταν κάποιος ζει μια απογοήτευση, αλλά ακόμα και το μούτρωμα έχει τα όριά του. Εγκατέλειψες το δόρυ και ανέλαβες μια υποχρέωση για το λαό και το αίμα του. Σίγουρα μια μέρα θα κάνεις έναν αρχηγό φατρίας να πράξει αυτό που θέλεις εσύ, αντί για εκείνο που θέλει αυτός, αλλά ακόμα κι αν θα είσαι μια Σοφή στο μικρότερο φρούριο, της μικρότερης φυλής του Τάαρνταντ, η υποχρέωση παραμένει και δεν της ξεφεύγεις με νευράκια και ξεσπάσματα».
Μια Σοφή. Ο Ραντ ένιωσε ανόητος. Φυσικά και ήταν αυτός ο λόγος που είχε πάει η Αβιέντα στο Ρουίντιαν. Αλλά δεν φανταζόταν ότι θα διάλεγε να εγκαταλείψει το δόρυ. Αυτός, λοιπόν, ήταν ο λόγος που την είχαν επιλέξει για να τον κατασκοπεύει. Ξαφνικά αναρωτήθηκε αν η Αβιέντα μπορούσε να διαβιβάζει. Απ' ό,τι φαινόταν, η μόνη γυναίκα στη ζωή του μετά τη Νύχτα του Χειμώνα που δεν μπορούσε να διαβιβάζει ήταν η Μιν.