Ο Ρούαρκ του πέταξε το ασκί που πλατσούριζε. Το χλιαρό νερό κύλησε στο στόμα του σαν παγωμένο κρασί. Προσπάθησε να μη χύσει καθόλου στο πρόσωπό του, να μην το σπαταλήσει, μα ήταν δύσκολο.
«Σκέφτηκα ότι θα σου άρεσε να μάθεις το δόρυ», είπε ο Ρούαρκ, όταν τελικά ο Ραντ κατέβασε το μισοάδειο ασκί. Μονάχα τότε ο Ραντ συνειδητοποίησε ότι ο αρχηγός φατρίας κρατούσε μόνο δύο δόρατα, καθώς και δύο μικρές, στρογγυλές ασπίδες. Δεν ήταν δόρατα εξάσκησης, αν υπήρχε τέτοιο πράγμα· το καθένα είχε τριάντα πόντους ατσάλι για αιχμή.
Είτε ήταν ατσάλι, είτε ξύλο, οι μύες του παρακαλούσαν να ξεκουραστούν. Τα πόδια του τον συμβούλευαν να καθίσει κάτω. Η Κάιλι και ο βάρδος είχαν φύγει, όμως οι Αελίτες ακόμα τον παρακολουθούσαν και από τα δύο στρατόπεδα. Τον είχαν δει να γυμνάζεται με το σπαθί που αποστρέφονταν, έστω και αν ήταν ξύλινο. Αυτοί ήταν ο λαός του. Δεν τους ήξερε, αλλά ήταν δικοί του με πολλές έννοιες. Κι η Αβιέντα, επίσης, τον παρακολουθούσε, αγριοκοιτάζοντάς τον, σαν να τον κατηγορούσε επειδή την είχε κατσαδιάσει ο Ρούαρκ. Όχι ότι είχε σχέση η Αβιέντα με την απόφασή του, φυσικά. Τον έβλεπαν οι Τζίντο και οι Σάιντο· αυτό ήταν όλο.
«Εκείνο το βουνό καμιά φορά βαραίνει πολύ», αναστέναξε παίρνοντας το δόρυ και την ασπίδα από τον Ρούαρκ. «Πότε βρίσκεις ευκαιρία να το ακουμπήσεις λίγο κάτω;»
«Όταν πεθαίνεις», είπε ανέκφραστα ο Λαν.
Αναγκάζοντας τα πόδια του να κινηθούν —και προσπαθώντας να αγνοήσει την Αβιέντα― ο Ραντ στάθηκε αντίκρυ στον Ρούαρκ. Δεν σκόπευε να πεθάνει ακόμα. Θα το καθυστερούσε ακόμα πολύ.
Ακουμπισμένος πάνω σε μια ψηλή ρόδα, στη σκιά μιας άμαξας των πραματευτών, ο Ματ κοίταξε τους Τζίντο, που παρακολουθούσαν τον Ραντ. Τώρα έβλεπε μονάχα τις ράχες τους. Ο άνθρωπος ήταν πολύ ανόητος για να χοροπηδά έτσι σ' αυτή την κάψα. Κάθε λογικός άνθρωπος θα έβρισκε ένα καταφύγιο από τον ήλιο, κάτι να πιει. Ανασάλεψε εκεί που καθόταν στη σκιά, κοίταξε το κύπελλο με την μπύρα που είχε αγοράσει από έναν αμαξά κι έκανε μια γκριμάτσα. Η μπύρα δεν είχε τη σωστή γεύση όταν ήταν ζεστή σαν σούπα. Τουλάχιστον ήταν υγρή. Το μόνο άλλο που είχε πάρει, εκτός από το καπέλο, ήταν μια κοντή πίπα με ασημένιο κοίλωμα, που τώρα ήταν χωμένη στην τσέπη του σακακιού του, μαζί με την ταμπακοσακούλα του. Δεν είχε στο νου του να εμπορευτεί τίποτα. Εκτός αν είχε να κάνει με την έξοδό του από την Ερημιά, ένα αγαθό το οποίο δεν έμοιαζαν να διαθέτουν αυτή τη στιγμή οι άμαξες των πραματευτών.
Οι δουλειές τους πήγαιναν καλά, αν και η μπύρα δεν πουλιόταν. Οι Αελίτες δεν ενοχλούνταν από τη θερμοκρασία της, αλλά την έβρισκαν πολύ αδύνατη. Οι περισσότεροι ήταν Τζίντο, αλλά υπήρχε και μια συνεχής ροή από Σάιντο του άλλου στρατοπέδου. Ο Κουλάντιν και ο Καντίρ είχαν σκύψει τα κεφάλια κάτω εδώ και πολλή ώρα, αν και τελικά δεν είχαν συμφωνήσει, μιας και ο Κουλάντιν έφυγε με άδεια χέρια. Σίγουρα του Καντίρ δεν του άρεσε να χάνει πελατεία· έμεινε να κοιτάζει με τα γερακίσια μάτια του τον Κουλάντιν που έφευγε κι ένας Τζίντο, που ήθελε την προσοχή του, αναγκάστηκε να μιλήσει τρεις φορές για να ακουστεί.
Οι Αελίτες δεν διέθεταν πολλά νομίσματα, αλλά οι πραματευτές και οι άνθρωποί τους δέχονταν ασημένιες γαβάθες, χρυσά αγαλματάκια και έξοχα υφαντά από το Δάκρυ, ενώ τα πουγκιά των Αελιτών άνοιγαν για να αποκαλύψουν ψήγματα χρυσού και ασημιού, που έκαναν τον Ματ να ανακαθίσει. Όμως ένας Αελίτης που θα έχανε στα ζάρια δεν θα ήταν απίθανο να καταφύγει στο δόρυ του. Αναρωτήθηκε πού να βρίσκονταν τα ορυχεία. Όταν μπορούσε ένας να βρει χρυσάφι, μπορούσε κι άλλος. Μάλλον, όμως, θα ήθελε πολλή δουλειά για να εξορύξεις χρυσάφι. Ήπιε μια μεγάλη γουλιά μπύρα και βολεύτηκε στη ρόδα της άμαξας.
Είχε ενδιαφέρον το τι πουλιόταν και τι όχι. Οι Αελίτες δεν ήταν τόσο ανόητοι ώστε να δώσουν μια χρυσή αλατιέρα για ένα τόπι ύφασμα. Ήξεραν την αξία των αγαθών και διαπραγματεύονταν σκληρά, αν και είχαν τις προτιμήσεις τους. Τα βιβλία πουλήθηκαν αμέσως· δεν τα ζητούσαν όλοι, όμως εκείνοι που ήθελαν, πήραν και το τελευταίο που υπήρχε στις άμαξες. Οι δαντέλες και τα βελούδα εξαφανίζονταν μόλις έβγαιναν από τις άμαξες, για εκπληκτικές ποσότητες ασημιού και χρυσού, και οι κορδέλες έφευγαν για αρκετά μεγάλη τιμή επίσης, όμως τα πιο έξοχα μεταξωτά έμεναν απούλητα. Ο Ματ είχε ακούσει έναν Σάιντο να λέει στον Καντίρ ότι το μετάξι ήταν πιο φτηνό στα ανατολικά. Ένας χοντρός οδηγός με σπασμένη μύτη είχε προσπαθήσει να πείσει μια Κόρη του Τζίντο να πάρει ένα σμιλεμένο, φιλντισένιο βραχιόλι. Εκείνη έβγαλε ένα πιο πλατύ, πιο χοντρό και πιο καλοδουλεμένο από το πουγκί της και πρότεινε να παλέψουν με έπαθλο τα δύο. Αυτός δίστασε πριν αρνηθεί, κάτι που έδειξε στον Ματ ότι ήταν πιο βλάκας απ' όσο έδειχνε. Οι βελόνες και οι καρφίτσες γίνονταν ανάρπαστες, αλλά οι κατσαρόλες και τα περισσότερα μαχαίρια προκάλεσαν το χλευασμό· οι σιδεράδες των Αελιτών έκαναν καλύτερη δουλειά. Τα πάντα άλλαζαν χέρια, από μπουκαλάκια με αρώματα και άλατα μπάνιου, μέχρι βαρελάκια με μπράντυ. Το κρασί και το μπράντυ έπιαναν καλές τιμές. Ο Ματ ξαφνιάστηκε ακούγοντας τον Χάιρν να ζητά ταμπάκ των Δύο Ποταμών. Οι πραματευτές δεν είχαν καθόλου.