Выбрать главу

Ένα οδηγός προσπαθούσε συνεχώς να κινήσει το ενδιαφέρον των Αελιτών για μια βαριά βαλλίστρα με χρυσά στολίσματα, δίχως επιτυχία. Το βλέμμα του Ματ έμεινε στη βαλλίστρα με τα μικρά, ένθετα, χρυσά λιοντάρια, που έμοιαζαν να έχουν ρουμπίνια για μάτια. Ήταν μικρά, μα δεν έπαυαν να είναι ρουμπίνια. Φυσικά, ένα καλό, μακρύ τόξο των Δύο Ποταμών μπορούσε να ρίξει έξι βέλη, ενώ ο στρατιώτης με τη βαλλίστρα ακόμα θα τέντωνε τη χορδή για τη δεύτερη βολή του. Εντούτοις, μια βαλλίστρα τέτοιου μεγέθους θα είχε μεγαλύτερο βεληνεκές, κατά εκατό βήματα. Με δύο άντρες που μόνη τους δουλειά θα ήταν να βάζουν μια έτοιμη βαλλίστρα στα χέρια κάθε τοξότη, με γερούς λογχοφόρους για να αποκρούουν το ιππικό...

Ο Ματ μόρφασε και έγειρε το κεφάλι στις ακτίνες. Το είχε πάθει ξανά. Έπρεπε να φύγει από την Ερημιά, να φύγει από τη Μουαραίν, να φύγει από κάθε Άες Σεντάι. Ίσως να γυρνούσε στο χωριό για λίγο. Ίσως να έφτανε εγκαίρως για να βοηθήσει στις φασαρίες με τους Λευκομανδίτες. Δεν υπάρχει πιθανότητα γι αυτό, παρά μόνο αν χρησιμοποιήσω τις Οδούς, ή καμιά Διαβατική Πέτρα, που να πάρει. Αυτό, όμως, δεν θα έδινε λύση στα προβλήματά του. Κατ' αρχάς, στο Πεδίο του Έμοντ δεν υπήρχαν απαντήσεις για το τι εννοούσαν οι φιδάνθρωποι λέγοντας ότι θα παντρευόταν την Κόρη των Εννέα Φεγγαριών, ή ότι θα πέθαινε και θα ξαναζούσε. Ή για το Ρουίντιαν.

Έτριψε πάνω από το σακάκι του το περιδέραιο με την ασημένια κεφαλή αλεπούς, που κρεμόταν πάλι στο λαιμό του. Η κόρη του ματιού της αλεπούς ήταν ένας μικρός κύκλος, που τον χώριζε μια κυματοειδής γραμμή. Το αρχαίο σύμβολο των Άες Σεντάι, πριν από το Τσάκισμα. Πήρε από δίπλα του το δόρυ με το μαύρο κοντάρι, του οποίου η λεπίδα σπαθιού ήταν σημαδεμένη με δύο κοράκια, και το ακούμπησε στα γόνατά του. Πάλι έργο των Άες Σεντάι. Το Ρουίντιαν δεν του είχε δώσει απαντήσεις, μόνο επιπλέον ερωτήσεις και...

Πριν από το Ρουίντιαν, η μνήμη του ήταν γεμάτη τρύπες. Όταν έψαχνε στο νου του τότε, μπορούσε να θυμηθεί που προχωρούσε προς μια πόρτα το πρωί και ότι έβγαινε το βραδάκι, αλλά τίποτα στο ενδιάμεσο. Τώρα υπήρχε κάτι ανάμεσα, κάτι που γέμιζε όλες εκείνες τις τρύπες. Ονειροπολήματα ή κάτι αντίστοιχο. Ήταν σαν να θυμόταν χορούς, μάχες, δρόμους και πόλεις, που τίποτα απ' αυτά δεν είχε δει ο ίδιος, που για τίποτα απ' αυτά δεν ήταν σίγουρος ότι υπήρχαν, σαν εκατό κομμάτια αναμνήσεων από εκατό διαφορετικούς ανθρώπους. Ήταν καλύτερο να τα θεωρεί όνειρα ίσως —κάπως καλύτερο― αλλά ήταν σίγουρος γι' αυτά, όπως ήταν σίγουρος για τις αναμνήσεις του. Τα περισσότερα ήταν μάχες και μερικές φορές τον άρπαζαν μ' έναν ιδιαίτερο τρόπο, όπως τώρα με τη βαλλίστρα. Κοίταζε ένα σημείο του εδάφους και σχεδίαζε πώς θα έστηνε ενέδρα εκεί, ή πώς θα αμυνόταν από ενέδρα, ή πώς θα ετοίμαζε στρατό για μάχη. Ήταν τρελό.

Δίχως να κοιτάξει, ψηλάφισε την ελικοειδή γραφή που ήταν χαραγμένη στο μαύρο κοντάρι. Τη διάβαζε εύκολα τώρα, σαν βιβλίο, αν και το είχε συνειδητοποιήσει αυτό μόνο έχοντας κάνει όλο το δρόμο ως το Τσήνταρ. Ο Ραντ δεν είχε πει τίποτα, αλλά ο Ματ υποψιαζόταν ότι το είχε προδώσει μόνος του στο Ρουίντιαν. Τώρα ήξερε την Παλιά Γλώσσα, του έβγαινε όλη από τα όνειρα. Φως μου, τι μου έκαναν;

«Σα σουβράγια νιέντε μίσαιν γιε», είπε δυνατά. «Είμαι χαμένος μέσα στο μυαλό μου».

«Σωστός λόγιος, για τις μέρες και την Εποχή μας».

Ο Ματ σήκωσε το βλέμμα και είδε το βάρδο να τον κοιτάζει με μαύρα, βαθιά μάτια. Ο τύπος ήταν αρκετά ψηλός, περίπου μεσήλικας, μάλλον ελκυστικός στις γυναίκες, αλλά είχε έναν παράξενο, φοβισμένο τρόπο να γέρνει το κεφάλι, σαν να προσπαθούσε να σε λοξοκοιτάξει.

«Απλώς κάτι που άκουσα κάποτε», είπε ο Ματ. Έπρεπε να είναι πιο προσεκτικός. Αν η Μουαραίν αποφάσιζε να τον στείλει στο Λευκό Πύργο για να τον μελετήσουν, δεν θα τον άφηναν ποτέ να ξαναβγεί. «Ακούς πράγματα και τα θυμάσαι. Ξέρω μερικές φράσεις». Έτσι θα κάλυπτε τη βλακεία του, αν του ξέφευγαν κι άλλα.

«Με λένε Τζέησιν Νατάελ. Βάρδος». Ο Νατάελ δεν ανέμισε επιδεικτικά το μανδύα του, όπως θα έκανε ο Θομ· σαν να είχε πει πως ήταν μαραγκός ή αμαξουργός. «Σε πειράζει να κάτσω μαζί σου;» Ο Ματ έκανε νόημα δίπλα του και ο βάρδος δίπλωσε τα πόδια του και άπλωσε από κάτω το μανδύα για να καθίσει. Έμοιαζαν να τον συναρπάζουν οι Τζίντο και οι Σάιντο που τριγυρνούσαν γύρω από τις άμαξες, οι περισσότεροι κρατώντας ακόμα δόρατα και ασπίδες. «Αελίτες», μουρμούρισε. «Δεν το περίμενα. Ακόμα τρίβω τα μάτια μου».