«Είμαι μαζί τους βδομάδες τώρα», είπε ο Ματ, «και δεν ξέρω κι εγώ αν μπορώ να το πιστέψω. Παράξενοι άνθρωποι. Αν καμιά Κόρη σου ζητήσει να παίξεις το Φιλί της Κόρης, σε συμβουλεύω να αρνηθείς. Ευγενικά».
Ο Νατάελ έσμιξε τα φρύδια και τον κοίταξε ερωτηματικά. «Φαίνεται ότι ζεις μια ενδιαφέρουσα ζωή».
«Τι εννοείς;» ρώτησε ο Ματ επιφυλακτικά.
«Δεν φαντάζομαι να νομίζεις ότι είναι μυστικό; Δεν είναι πολλοί οι άντρες που ταξιδεύουν συντροφιά με μια... Άες Σεντάι. Εκείνη, τη Μουαραίν Ντέημοντρεντ. Κι έπειτα έχουμε και τον Ραντ αλ'Θόρ. Τον Αναγεννημένο Δράκοντα. Εκείνον Που Έρχεται Με Την Αυγή. Ποιος ξέρει πόσες προφητείες πρέπει να εκπληρώσει; Ασυνήθιστοι ταξιδιώτες, βεβαίως».
Οι Αελίτες φυσικά είχαν μιλήσει. Και ποιος δεν θα μιλούσε. Πάντως ένιωθε κάποια αμηχανία που ερχόταν ένας ξένος και μιλούσε έτσι απλά και ήρεμα για τον Ραντ. «Καλά τα πάει, προς το παρόν. Αν σε ενδιαφέρει, μίλα μαζί του. Εγώ θα προτιμούσα να μη μου το θυμίζουν».
«Ίσως να του μιλήσω. Αργότερα, μάλλον. Ας μιλήσουμε για σένα. Απ' ό,τι έμαθα, πήγες στο Ρουίντιαν, όπου δεν έχει πάει κανείς, εκτός από τους Αελίτες, τα τελευταία τρεις χιλιάδες χρόνια. Από κει το πήρες αυτό;» Απλωσε το χέρι προς το δόρυ στα γόνατα του Ματ, όμως έκανε πίσω, όταν ο Ματ το τράβηξε λιγάκι. «Πολύ καλά. Πες μου τι είδες».
«Γιατί;»
«Είμαι βάρδος, Μάτριμ». Το κεφάλι του Νατάελ ήταν γερμένο στο πλάι με εκείνο τον ανήσυχο τρόπο, αλλά η φωνή του έκρυβε ενόχληση, επειδή είχε αναγκαστεί να το εξηγήσει. Σήκωσε την άκρη του μανδύα με τα πολύχρωμα μπαλώματα, σαν να ήθελε να το αποδείξει. «Είδες κάτι που δεν έχει δει κανένας, παρά μόνο μια χούφτα Αελίτες. Ξέρεις τι ιστορίες μπορώ να πλάσω με το θέαμα που αντίκρισαν τα μάτια σου; Θα σε κάνω τον ήρωα, αν θες».
Ο Ματ ξεφύσησε. «Δεν θέλω να είμαι ήρωας».
Αλλά δεν υπήρχε λόγος να σιωπήσει. Η Άμυς και οι άλλες ας έλεγαν ότι δεν έπρεπε να μιλήσει για το Ρουίντιαν, αλλά αυτός δεν ήταν Αελίτης. Εκτός αυτού, ίσως άξιζε να έχει κάποιον κοντά στους πραματευτές, ο οποίος θα μπορούσε να πει μια καλή κουβέντα για τον Ματ, αν υπήρχε ανάγκη.
Είπε την ιστορία από τη στιγμή που έφτασε στο τείχος της ομίχλης ως τη στιγμή που βγήκε, αφήνοντας στην άκρη επιλεγμένα αποσπάσματα. Δεν είχε σκοπό να πει σε κανέναν άλλο για τη στρεβλή πόρτα του τερ'ανγκριάλ και θα προτιμούσε να ξεχάσει τη σκόνη που σχημάτιζε πλάσματα τα οποία προσπαθούσαν να τον σκοτώσουν. Σίγουρα αρκούσε εκείνη η παράξενη πόλη με τα πελώρια παλάτια και το Αβεντεσόρα.
Ο Νατάελ άφησε γρήγορα στην άκρη το Δέντρο της Ζωής, αλλά έκανε τον Ματ να πει και να ξαναπεί τα υπόλοιπα, ζητώντας ολοένα και περισσότερες λεπτομέρειες ― από την αίσθηση που είχε ακριβώς περνώντας την ομίχλη και το χρόνο που έκανε για να την περάσει, μέχρι το χρώμα του ανίσκιωτου φωτός μέσα και τις περιγραφές και των τελευταίων πραγμάτων που θυμόταν να έχει δει ο Ματ στη μεγάλη πλατεία, στην καρδιά της πόλης. Ο Ματ το έκανε απρόθυμα· ένα λαθάκι και θα μιλούσε για τερ'ανγκριάλ, και ποιος ήξερε πού θα οδηγούσε αυτό; Έστω κι έτσι, όμως, στράγγιξε το κύπελλό του και συνέχισε να μιλάει, μέχρι που ξεράθηκε ο λαιμός του. Έμοιαζε ανιαρό έτσι όπως το έλεγε, λες και είχε μπει μέσα και απλώς περίμενε τον Ραντ να ξαναβγεί, αλλά ο Νατάελ έμοιαζε αποφασισμένος να ξετρυπώσει και την τελευταία λεπτομέρεια. Του θύμισε σ' αυτό τον Θομ· μερικές φορές ο Θομ έστρεφε όλη την προσοχή του πάνω σου, σαν να ήθελε να σε ξεζουμίσει.
«Αυτό πρέπει να κάνεις;»
Ο Ματ τινάχτηκε ασυναίσθητα όταν άκουσε τη φωνή της Κάιλι, με τη σκληράδα κάτω από το μελωδικό τόνο. Τον τάραζε αυτή η γυναίκα και τώρα έμοιαζε έτοιμη να του ξεριζώσει την καρδιά, όπως και του βάρδου.
Ο Νατάελ σηκώθηκε αμέσως όρθιος. «Ο νεαρός μου έλεγε συναρπαστικά πράγματα για το Ρουίντιαν. Δεν θα τα πιστέψεις».
«Δεν ήρθαμε εδώ για το Ρουίντιαν». Τα λόγια βγήκαν κοφτερά όσο η μύτη της. Τουλάχιστον αγριοκοίταζε τον Νατάελ, όχι τον ίδιο.
«Σου λέω ότι —»
«Μη μου λες τίποτα».
«Μην προσπαθείς να μου κλείσεις το στόμα!»
Χωρίς να δώσουν σημασία στον Ματ, προχώρησαν κοντά στις άμαξες καβγαδίζοντας χαμηλόφωνα, με έντονες χειρονομίες. Όταν μπήκαν στην άμαξά της, η Κάιλι έμοιαζε να έχει νικηθεί, σιωπώντας βλοσυρά.
Ο Ματ ανατρίχιασε. Δεν μπορούσε να φανταστεί κανέναν να μοιράζεται το κατάλυμά του με αυτή τη γυναίκα. Θα ήταν σαν να είχες πλάι σου μια αρκούδα με πονόδοντο. Η Ισέντρε, από την άλλη μεριά... Εκείνο το πρόσωπο, εκείνα τα χείλη, εκείνο το λικνιστικό βάδισμα. Αν κατάφερνε να την ξεμοναχιάσει από τον Καντίρ, ίσως να της παρουσίαζε ένα νεαρό ήρωα —γι' αυτήν, τα πλάσματα της σκόνης θα ήταν τρία μέτρα ψηλά, θα της έλεγε κάθε λεπτομέρεια που θυμόταν ή που θα σκάρωνε― έναν όμορφο, νεαρό ήρωα, που θα ήταν περισσότερο του γούστου της από ένα στριμμένο γεροπραματευτή. Άξιζε να το σκεφτεί.