Выбрать главу

Ο ήλιος χάθηκε κάτω από τον ορίζοντα και οι μικρές φωτιές, τις οποίες είχαν ανάψει με αγκαθωτούς θάμνους, έριχναν λιμνούλες κίτρινου φωτός ανάμεσα στις σκηνές. Στο στρατόπεδο απλώθηκε η μυρωδιά του φαγητού που μαγειρευόταν· κατσίκι, ψημένο με ξεραμένες πιπεριές. Στο στρατόπεδο απλώθηκε επίσης και το κρύο, το κρύο της νύχτας της Ερημιάς. Λες και ο ήλιος είχε πάρει μαζί του όλη τη ζέστη. Όταν ο Ματ ετοίμαζε τα πράγματά του για να φύγει από την Πέτρα, δεν περίμενε ότι θα ερχόταν κάποια στιγμή που θα ευχόταν να έχει ένα γερό μανδύα. Μπορεί να είχαν κανέναν οι πραματευτές. Μπορεί ο Νατάελ να έπαιζε το δικό του στα ζάρια.

Έφαγε στη φωτιά του Ρούαρκ, μαζί με τον Χάιρν και τον Ραντ. Και την Αβιέντα, φυσικά. Ήταν εκεί και οι πραματευτές, με τον Νατάελ πλάι στην Κάιλι και την Ισέντρε σχεδόν κουλουριασμένη πάνω στον Καντίρ. Ίσως να δυσκολευόταν περισσότερο απ' όσο ήλπιζε για να ξεκολλήσει την Ισέντρε από τον άντρα με τη γαμψή μύτη ― ή ίσως να ήταν ευκολότερο. Παρ' όλο που ήταν τυλιγμένη γύρω από τον πραματευτή, είχε μάτια μόνο για τον Ραντ και για κανέναν άλλο. Θα έλεγε κανείς ότι του είχε ήδη ψαλιδίσει τα αφτιά, το σημάδι που έλεγε ότι το πρόβατο ανήκε στο κοπάδι του ιδιοκτήτη του. Ούτε ο Ραντ, ούτε ο Καντίρ έδειχναν να το προσέχουν· ο πραματευτής σχεδόν δεν ξεκολλούσε τα μάτια του από τον Ραντ. Η Αβιέντα το είχε προσέξει και αγριοκοίταζε τον Ραντ. Τουλάχιστον η φωτιά έδινε λίγη ζέστη.

Όταν έφαγαν το ψητό κατσίκι —και ένα χοντρόκοκκο, κίτρινο χυλό, που ήταν πιο καυτερός απ' όσο έδειχνε― ο Ρούαρκ και ο Χάιρν γέμισαν τις κοντές πίπες τους και ο αρχηγός φατρίας ζήτησε από τον Νατάελ ένα τραγούδι.

Ο βάρδος ανοιγόκλεισε τα μάτια. «Μα φυσικά. Φυσικά. Να φέρω μια άρπα». Ο μανδύας του απλώθηκε πίσω του στην ξερή, κρύα αύρα, καθώς χανόταν προς την άμαξα της Κάιλι.

Ο άνθρωπος αυτός σίγουρα ήταν διαφορετικός από τον Θομ Μέριλιν. Ο Θομ δεν σηκωνόταν από το κρεβάτι χωρίς φλάουτο ή άρπα, ή και τα δύο. Ο Ματ γέμισε ταμπάκ τη δουλεμένη με ασήμι πίπα του και ρουφούσε με απόλαυση όταν επέστρεψε ο Νατάελ και πήρε πόζα που άρμοζε σε βασιλιά. Έτσι ήταν κι ο Θομ. Ο βάρδος χτύπησε μια συγχορδία και άρχισε.

«Μαλακά, οι άνεμοι, σαν δάχτυλα της άνοιξης. Μαλακά, οι βροχές, σαν δάκρυα του ουρανού. Μαλακά, τα χρόνια περνάνε στη χαρά, χωρίς να φανερώνουν τις καταιγίδες που θα έρθουν, χωρίς να φανερώνουν τους ανεμοστρόβιλους που ρημάζουν, τη βροχή του ατσαλιού και τη βροντή της μάχης, τον πόλεμο που θα ραγίσει την καρδιά».

Ήταν «Η Περασιά του Μιντίαν». Ένα παλιό τραγούδι· για τη Μανέθερεν, κατά έναν παράξενο τρόπο, και για έναν πόλεμο πριν από τους Πολέμους των Τρόλοκ. Ο Νατάελ το είπε καλούτσικα· δεν ήταν σαν την επιβλητική απαγγελία του Θομ, φυσικά, αλλά οι λέξεις, όπως κυλούσαν, μάζεψαν ένα πυκνό πλήθος από Αελίτες γύρω από τον κύκλο του φωτός. Ο αχρείος Ήντομον είχε οδηγήσει τους Σαφερινούς στην ανυποψίαστη Μανέθερεν, λεηλατώντας και πυρπολώντας, διώχνοντας τους πάντες από μπρος του, ώσπου ο Βασιλιάς Μπουίριν συγκέντρωσε τις δυνάμεις της Μανέθερεν και αντάμωσαν τους Σαφερινούς στην Περασιά του Μιντίαν, όπου άντεξαν, αν και οι άλλοι υπερτερούσαν αριθμητικά, τρεις μέρες ανελέητης μάχης, ενώ ο ποταμός είχε κοκκινίσει και τα όρνια σκοτείνιαζαν τον ουρανό. Την τρίτη μέρα, με τους άντρες του να λιγοστεύουν, με την ελπίδα να χάνεται, ο Μπουίριν και οι άντρες του πολέμησαν και διάβηκαν τον πόρο με μια απεγνωσμένη έξοδο, χώθηκαν βαθιά στην ορδή του Ήντομον και προσπάθησαν να απωθήσουν τον εχθρό με την ελπίδα να σκοτώσουν τον ίδιο τον Ήντομον. Όμως δυνάμεις υπέρτερες χίμηξαν πάνω τους, τους παγίδευσαν, κλείνοντάς τους όλο και πιο βαθιά. Εκείνοι, κυκλώνοντας το βασιλιά τους και το λάβαρο με τον Κόκκινο Αετό, συνέχισαν να πολεμούν, αρνούμενοι να παραδοθούν, ακόμα κι όταν ο χαμός τους ήταν βέβαιος.

Ο Νατάελ τραγούδησε πώς το κουράγιο τους άγγιξε ακόμα και την καρδιά του Ήντομον, πώς τελικά επέτρεψε στους τελευταίους εναπομείναντες να φύγουν ελεύθεροι και επέστρεψε με το στρατό του στο Σάφερ προς τιμήν τους.

«Πίσω προς τα αιματοβαμμένα νερά, προελαύνοντας πίσω με το κεφάλι ψηλά. Δεν παραδόθηκαν, με μπράτσο ή ξίφος, δεν παραδόθηκαν, με καρδιά ή ψυχή. Η τιμή τους ανήκει, για πάντα, τιμή που θα γνωρίσει όλη η Εποχή».