Έπαιξε την τελευταία συγχορδία και οι Αελίτες σφύριξαν επιδοκιμαστικά, χτυπώντας τις στρογγυλές ασπίδες με τα δόρατα, ενώ μερικοί αλάλαζαν.
Δεν ήταν έτσι, φυσικά. Ο Ματ θυμόταν -Φως μου, δεν θέλω! Μα το θυμόταν ούτως ή άλλως― να συμβουλεύει τον Μπουίριν να μη δεχτεί την πρόταση και να του απαντά ο άλλος ότι και η μικρότερη πιθανότητα ήταν καλύτερη από το τίποτα. Ο Ήντομον, με το γυαλιστερό, μαύρο γένι του να κρέμεται κάτω από το ατσάλινο πλέγμα που κάλυπτε το πρόσωπό του, είχε απομακρύνει τους λογχοφόρους του και περίμενε τους άντρες της Μανέθερεν να προχωρήσουν και να φτάσουν σχεδόν στην περασιά, πριν σηκωθούν οι κρυμμένοι τοξότες και εφορμήσει το ιππικό. Όσο για το άλλο, ότι είχε επιστρέψει στο Σάφερ... Ο Ματ δεν το νόμιζε. Η τελευταία του ανάμνηση από την περασιά ήταν που προσπαθούσε να κρατηθεί όρθιος, χωμένος στο ποτάμι ως τη μέση, με τρία βέλη μέσα του, μα υπήρχε κάτι μετά, ένα θραύσμα. Έβλεπε τον Ήντομον, γκριζογένη τώρα, να σωριάζεται από το ορθωμένο άλογό του με ένα δόρυ στην πλάτη, το οποίο είχε πετάξει ένα παλικαράκι χωρίς αρματωσιά, ούτε γενειάδα. Αυτό ήταν χειρότερο κι από τις τρύπες στη μνήμη του.
«Δεν σου άρεσε το τραγούδι;» είπε ο Νατάελ.
Ο Ματ δεν κατάλαβε αμέσως ότι ο βάρδος μιλούσε στον Ραντ κι όχι στον ίδιο. Ο Ραντ έτριψε τα χέρια του και κοίταξε στη χαμηλή φωτιά πριν απαντήσει. «Δεν είμαι βέβαιος αν είναι συνετό να βασίζεσαι στη γενναιοψυχία του εχθρού σου. Τι λες, Καντίρ;»
Ο πραματευτής δίστασε, ρίχνοντας μια ματιά στη γυναίκα που ήταν κρεμασμένη στο μπράτσο του. «Εγώ δεν σκέφτομαι τέτοια πράγματα», είπε τελικά. «Σκέφτομαι κέρδη, όχι μάχες». Η Κάιλι γέλασε τραχιά. Το γέλιο κόπηκε όταν είδε το χαμόγελο της Ισέντρε, που απευθυνόταν συγκαταβατικά σε μια γυναίκα τριπλάσιά της· ύστερα τα μαύρα μάτια έλαμψαν επικίνδυνα πίσω από τα στρώματα του λίπους.
Ξαφνικά, προειδοποιητικές κραυγές σηκώθηκαν από το σκοτάδι ανάμεσα στις σκηνές. Οι Αελίτες έκρυψαν με πέπλα τα πρόσωπα τους και ύστερα από μια στιγμή, Τρόλοκ ξεχύθηκαν από τη νύχτα με ζωώδη πρόσωπα και κερασφόρα κεφάλια, πανύψηλοι μπροστά στους ανθρώπους, ουρλιάζοντας, ανεμίζοντας σπαθιά κυρτά σαν δρεπάνια, καρφώνοντας με αγκιστρωτά δόρατα και τρίαινες με καρφιά, πετσοκόβοντας με τσεκούρια. Μαζί τους ήταν Μυρντράαλ με λυγερές κινήσεις, σαν θανατηφόρα, ανόφθαλμα φίδια. Χρονικό διάστημα ίσο με ένα καρδιοχτύπι, όμως οι Αελίτες πολέμησαν σαν να είχαν προειδοποίηση μιας ολόκληρης ώρας, αντιμετωπίζοντας την επίθεση με τα σβέλτα δόρατά τους.
Ο Ματ αντιλήφθηκε αμυδρά τον Ραντ να κρατά ξαφνικά το φλογισμένο εκείνο σπαθί, ύστερα όμως παρασύρθηκε κι ο ίδιος στη δίνη, χρησιμοποιώντας το όπλο του μαζί σαν δόρυ και σαν πολεμική ράβδο, χτυπώντας με τη μύτη και με την κόψη, σχεδόν στριφογυρίζοντάς το. Αυτή τη φορά χαιρόταν για τις ονειρικές αναμνήσεις· ένιωθε μια οικειότητα στο χειρισμό αυτού του όπλου και χρειαζόταν όλη του τη δεξιοτεχνία. Επικρατούσε χάος και τρέλα.
Τρόλοκ εμφανίζονταν μπροστά του και τους θέριζε το δόρυ του, ή κάποιο δόρυ των Αελιτών, ή γυρνούσαν και χάνονταν στη σύγχυση, τις φωνές, τα αλυχτήματα και την κλαγγή του ατσαλιού. Τον αντιμετώπιζαν Μυρντράαλ με μαύρες λεπίδες, που αντάμωναν το σημαδεμένο με τα κοράκια ατσάλι του, τινάζοντας λάμψεις γαλάζιου φωτός, σαν αστραπές, τον αντιμετώπιζαν και χάνονταν στην αναταραχή. Δυο φορές ένα κοντό δόρυ πέρασε δίπλα από το κεφάλι του και σκότωσε τον Τρόλοκ που ήταν έτοιμος να τον καρφώσει στην πλάτη. Έχωσε την κοντή λεπίδα στο στήθος ενός Μυρντράαλ και ένιωσε σίγουρος ότι είχε έρθει η ώρα του, όταν αυτός χαμογέλασε με τα κάτωχρα χείλη, τον κοίταξε με το ανόφθαλμο βλέμμα, που στάλαζε φόβο στα κόκαλά του, και σήκωσε το μαύρο σπαθί. Μια στιγμή μετά, ο Ημιάνθρωπος τινάχτηκε όταν τον κάρφωσαν βέλη των Αελιτών, τινάχτηκε μόνο για μια στιγμή, που ήταν όσο χρειαζόταν ο Ματ για να πηδήξει μακριά από αυτό το πράγμα, που έπεφτε προσπαθώντας ακόμα να τον χτυπήσει, να χτυπήσει οτιδήποτε.
Δέκα φορές το σκληρό σαν από σίδερο μαύρο κοντάρι του δόρατος κατόρθωσε την τελευταία στιγμή να αποκρούσει χτύπημα Τρόλοκ. Ήταν έργο της Άες Σεντάι και ο Ματ χαιρόταν γι' αυτό. Η ασημένια αλεπουδοκεφαλή στο στήθος του έμοιαζε να πάλλεται από το κρύο, σαν να ήθελε να του θυμίσει ότι κι αυτή, επίσης, έφερε το σήμα των Άες Σεντάι. Εκείνη τη στιγμή δεν τον ένοιαζε διόλου· αν τον έσωζε η Άες Σεντάι, ήταν πρόθυμος να ακολουθήσει τη Μουαραίν σαν κουταβάκι.
Δεν ήξερε να πει αν όλα αυτά κράτησαν ένα λεπτό ή ώρες, όμως ξαφνικά δεν φαίνονταν πουθενά όρθιοι Μυρντράαλ ή Τρόλοκ, αν και οι κραυγές και τα ουρλιαχτά στο σκοτάδι μιλούσαν για καταδίωξη. Το έδαφος ήταν γεμάτο νεκρούς και ετοιμοθάνατους, Αελίτες και Σκιογέννητους, με τους Ημιανθρώπους να σφαδάζουν ακόμα. Βογκητά πόνου γέμιζαν τον αέρα. Ξαφνικά ένιωσε τους μυς του να λύνονται και τα πνευμόνια του να καίνε. Λαχανιασμένος, έπεσε στα γόνατα, πιασμένος από το δόρυ. Οι φλόγες είχαν καταπιεί τρεις άμαξες των πραματευτών με τη μουσαμαδένια στέγη, με έναν αμαξά καρφωμένο από ένα Τρολοκικό δόρυ στο πλάι της μιας, ενώ κάποιες σκηνές καίγονταν. Οι κραυγές από το στρατόπεδο των Σάιντο και κάποιες λάμψεις υπερβολικά δυνατές για να είναι από απλές φωτιές, έλεγαν ότι κι αυτοί είχαν δεχτεί επίθεση.