Выбрать главу

Παραπατώντας, τρέμοντας, αναζήτησε τη σκηνή του. Ποτέ άλλοτε δεν είχε κουραστεί τόσο. Το σπαθί σχεδόν δεν του είχε εμφανιστεί. Έλπισε να οφειλόταν στην κούραση. Μερικές φορές άπλωνε στην Πηγή και δεν υπήρχε τίποτα, ενώ κάποιες άλλες φορές η Δύναμη δεν έκανε αυτό που ήθελε, όμως σχεδόν από την πρώτη φορά το σπαθί εμφανιζόταν σχεδόν δίχως να το σκεφτεί. Τώρα, τη χειρότερη στιγμή... Πρέπει να ήταν η κούραση.

Η Αβιέντα επέμεινε να τον ακολουθήσει ως τη σκηνή κι όταν ξύπνησε την επόμενη μέρα, αυτή καθόταν σταυροπόδι απ' έξω, αλλά χωρίς το δόρυ και την ασπίδα. Μπορεί να ήταν κατάσκοπος, αλλά χάρηκε βλέποντάς την. Τουλάχιστον ήξερε ποια και τι ήταν, καθώς και τι ένιωθε γι' αυτόν.

38

Κρυμμένα Πρόσωπα

Ο Κήπος των Αργυρών Πνοών δεν ήταν καθόλου κήπος, μα ένα πελώριο οινοπωλείο, τόσο μεγάλο που κανονικά δεν μπορούσε κάποιος να το πει κατάστημα, πάνω σ' ένα λόφο στο κέντρο της Καλπίν, της δυτικότερης από τις τρεις χερσονήσους του Τάντσικο, κάτω από το Μεγάλο Κύκλο. Ένα μέρος του ονόματος προερχόταν από τις αύρες, που έπνεαν μέσα από κιγκλιδώματα και γυαλισμένες, μαρμάρινες κολώνες με πράσινα νερά, αντί για τοίχους, σε όλους του ορόφους εκτός από τον τελευταίο. Σε περίπτωση βροχής, κατέβαιναν χρυσά παραπετάσματα από λαδωμένο μετάξι. Ο λόφος ήταν απόκρημνος σε εκείνο το σημείο και τα τραπέζια πλάι στο κιγκλίδωμα πρόσφεραν πάνω από λευκούς θόλους και πυργίσκους απρόσκοπτη θέα του μεγάλου λιμανιού, που είχε περισσότερα πλοία από ποτέ. Το Τάντσικο χρειάζονταν τα πάντα απεγνωσμένα και μπορούσε κάποιος να βγάλει άφθονο χρυσάφι ― μέχρι τη στιγμή που θα ερχόταν το τέλος, και για την πόλη και για το χρυσάφι.

Με τις επίχρυσες λάμπες και τις οροφές με τα ένθετα μπρούτζινα στολίσματα που άστραφταν, με τους σερβιτόρους και τις σερβιτόρες να έχουν διαλεχτεί για τη χάρη, την ομορφιά και τη διακριτικότητά τους, ο Κήπος των Αργυρών Πνοών ήταν το πιο ακριβό οινοπωλείο στην πόλη, ακόμα και πριν από τις φασαρίες. Τώρα ήταν εξωπραγματικό. Όμως ακόμα έρχονταν όσοι ασχολούνταν με υπέρογκα ποσά, όσοι ασχολούνταν με την εξουσία και την άσκηση επιρροής. Κατά έναν τρόπο, υπήρχαν λιγότερα για να ασχοληθεί κανείς απ' όσο πριν· κατά έναν άλλο, περισσότερα.

Χαμηλά τοιχία περιέβαλλαν κάθε τραπέζι και σχημάτιζαν νησιά σπαρμένα στα χρυσά και τα πράσινα πλακάκια του δαπέδου. Κάθε τοιχίο ήταν διάτρητο με δαντελωτά σκαλίσματα, έτσι ώστε οι τυχόν ωτακουστές να μην περνούν απαρατήρητοι, και ήταν όσο ψηλό χρειαζόταν για να κρύβει από το τυχαίο βλέμμα των περαστικών το ποιος συναντιόταν με ποιον. Ακόμα κι έτσι, οι πελάτες συνήθως ήταν μασκοφόροι, ειδικά τον τελευταίο καιρό, και μερικοί είχαν σωματοφύλακα πλάι στο τραπέζι τους, ο οποίος, αν ο αφέντης του ήταν μυαλωμένος, ήταν κι αυτός μασκοφορεμένος, για να μην αναγνωρίζεται. Και με κομμένη τη γλώσσα, έλεγαν οι φήμες, για τους ακόμα πιο μυαλωμένους. Κανένας σωματοφύλακας δεν φαινόταν οπλισμένος· η ιδιοκτήτρια του Κήπου των Αργυρών Πνοών, μια κομψή γυναίκα απροσδιόριστης ηλικίας, ονόματι Σέλιντριν, δεν επέτρεπε στους πελάτες να φέρουν όπλο από τη στιγμή που άφηναν το δρόμο πίσω τους και έμπαιναν στο οινοπωλείο. Ο κανόνας της δεν παραβιαζόταν, τουλάχιστον όχι απροκάλυπτα.

Από το συνηθισμένο τραπέζι της δίπλα στο κιγκλίδωμα, η Εγκήνιν κοίταζε τα πλοία στο λιμάνι, ειδικά εκείνα που σάλπαραν. Όποτε τα έβλεπε, ήθελε να είναι στο κατάστρωμα, δίνοντας διαταγές. Δεν περίμενε ότι το καθήκον της θα την οδηγούσε εδώ.

Έσιαξε ασυναίσθητα τη βελούδινη μάσκα, που έκρυβε το πάνω μισό του προσώπου της· ένιωθε γελοία φορώντας την, αλλά ήταν αναγκαίο ως ένα βαθμό, για να μην ξεχωρίζει από τους άλλους. Η μάσκα —γαλάζια, για να είναι ασορτί με τη μεταξωτή εσθήτα της με τον ψηλό λαιμό― η εσθήτα και τα μαύρα μαλλιά, που τα είχε αφήσει να μακρύνουν ως τους ώμους, ήταν τα περισσότερα που μπορούσε να αποκαλύψει. Ήταν περιττό να περνά για Ταραμπονέζα —το Τάντσικο ξεχείλιζε από πρόσφυγες, οι περισσότεροι ξένοι, που τους είχαν παρασύρει οι φασαρίες― και ούτως ή άλλως δεν μπορούσε να το κάνει. Αυτοί οι άνθρωποι ήταν ζώα· δεν είχαν πειθαρχία, δεν είχαν τάξη.

Περίλυπη, έστρεψε το βλέμμα από το λιμάνι στον άνθρωπο που τη συνόδευε στο τραπέζι, ένα στενοπρόσωπο τύπο με ένα άπληστο χαμόγελο νυφίτσας. Ο τριμμένος γιακάς του Φλόραν Γκελμπ δεν είχε θέση στον Κήπο των Αργυρών Πνοών, ενώ ο ίδιος δεν έπαυε να σκουπίζει τα χέρια στο σακάκι του. Πάντα τους συναντούσε εδώ αυτούς τους λιγδερούς ανθρωπάκους, με τους οποίους ήταν αναγκασμένη να έχει δοσοληψίες. Ήταν μια ανταμοιβή γι' αυτούς και ένας τρόπος για να μην μπορούν να αυτοσυγκεντρωθούν.