Выбрать главу

«Τι μου έφερες, αφέντη Γκελμπ;»

Αυτός, σκουπίζοντας ξανά τα χέρια του, ακούμπησε μια κακοραμμένη τσάντα από γιούτα στο τραπέζι και την κοίταξε με αγωνία. Αυτή κατέβασε την τσάντα δίπλα της, πριν την ανοίξει. Μέσα υπήρχε ένα επάργυρο, μεταλλικό α'ντάμ, ένα περιλαίμιο και ένα βραχιόλι ενωμένα με λουρί, πολύπλοκα δουλεμένο και συναρμολογημένο. Έκλεισε την τσάντα και την ακούμπησε στο πάτωμα. Αυτό ήταν το τρίτο που ανακτούσε ο Γκελμπ, περισσότερα από κάθε άλλον.

«Πολύ ωραία, αφέντη Γκελμπ». Ένα μικρό πουγκί διέσχισε το τραπέζι, ακολουθώντας αντίστροφη πορεία· ο Γκελμπ το εξαφάνισε στο σακάκι του, σαν να είχε το στέμμα της Αυτοκράτειρας αντί για μια χούφτα ασήμι. «Έχεις τίποτα άλλο;»

«Αυτές οι γυναίκες. Που θέλεις να βρω;» Είχε συνηθίσει τη γοργή ομιλία του λαού του, όμως ευχόταν να μην έγλειφε τα χείλη του μ' αυτό τον τρόπο. Δεν δυσκολευόταν να τον καταλάβει, αλλά ήταν αντιαισθητικό.

Παραλίγο να του πει ότι δεν την ένοιαζε πια. Αλλά αυτός ήταν ένας από τους λόγος που βρισκόταν στο Τάντσικο· ίσως τώρα να ήταν ο μοναδικός λόγος. «Τι έγινε μ' αυτές;» Η σκέψη και μόνο ότι θα απέφευγε το καθήκον της, την έκανε να μιλήσει πιο τραχιά απ'

όσο σκόπευε και ο Γκελμπ ζάρωσε.

«Νομίζω... νομίζω ότι βρήκα άλλη μια».

«Είσαι σίγουρος; Έχουν γίνει και... λάθη».

Και πάλι ευγενικά το έλεγε. Οι περίπου δώδεκα γυναίκες, που έμοιαζαν αμυδρά με τις περιγραφές, ήταν μια ενόχληση που μπόρεσε να αγνοήσει, αφού πρώτα τις είδε. Αλλά ήταν κι εκείνη η αριστοκράτισσα, μια πρόσφυγας από κτήματα που είχαν πυρποληθεί στον πόλεμο. Ο Γκελμπ την είχε απαγάγει από το δρόμο, πιστεύοντας ότι θα κέρδιζε περισσότερα αν της την παρέδιδε, παρά αν της έλεγε πού να τη βρει. Το ελαφρυντικό στην περίπτωσή του ήταν ότι η γυναίκα πράγματι έμοιαζε πολύ με μια από τις γυναίκες που αναζητούσε η Εγκήνιν, αλλά του είχε πει ότι οι γυναίκες δεν μιλούσαν με προφορά που να αναγνωρίζει και σίγουρα δεν θα είχαν Ταραμπονέζικη προφορά. Η Εγκήνιν δεν ήθελε να σκοτώσει εκείνη τη γυναίκα, αλλά κάποιος στο Τάντσικο μπορεί να έδινε βάση στην ιστορία της. Η Λάιλγουιν είχε απομακρυνθεί δεμένη και φιμωμένη με ένα από τα πλοία των αγγελιοφόρων, μέσα στη νύχτα· ήταν νεαρή και όμορφη, και κάποιος θα έβρισκε καλύτερη μοίρα γι' αυτήν από το να της κόψει το λαιμό. Αλλά η Εγκήνιν δεν ήταν στο Τάντσικο για να βρει υπηρετριούλες για το Αίμα.

«Όχι λάθη, κυρά Ελιντάρ», βιάστηκε να πει ο άλλος, αστράφτοντάς της ένα χαμόγελο. «Αυτή τη φορά όχι. Αλλά... θέλω λίγο χρυσάφι. Για να είμαι σίγουρος. Για να πλησιάσω. Τέσσερις-πέντε κορώνες;»

«Πληρώνω για αποτελέσματα», του είπε σταθερά η Εγκήνιν. «Ύστερα από τα... λάθη σου, είσαι τυχερός που σε πληρώνω».

Ο Γκελμπ έγλειψε τα χείλη νευρικά. «Είπες... Τότε, στην αρχή, είπες ότι είχες μερικά νομίσματα για εκείνους που μπορούν να κάνουν ειδικές δουλειές». Ένας μυς στο μάγουλό του άρχισε να συσπάται· τα μάτια του πήγαιναν πέρα-δώθε, σαν να τους άκουγε κάποιος από τον τοίχο με τα δαντελωτά σκαλίσματα, που κύκλωνε από τρεις μεριές το τραπέζι, και η φωνή του χαμήλωσε κι έγινε ένας τραχύς ψίθυρος. «Να ξεσηκώσει αναταραχή, ας πούμε; Άκουσα φήμες —από έναν που είναι προσωπικός υπηρέτης του Άρχοντα Μπρυς― για τη Συνέλευση και την εκλογή καινούριας Πανάρχισσας. Μου φαίνεται ότι είναι αλήθεια. Ο άνθρωπος ήταν πιωμένος και όταν κατάλαβε τι είχε πει, παραλίγο να τα κάνει πάνω του. Ακόμα κι αν δεν είναι έτσι, το Τάντσικο θα μπορούσε να χωριστεί στα δύο».

«Στ' αλήθεια πιστεύεις ότι χρειάζεται κάποιος να προκαλέσει φασαρίες σ' αυτή την πόλη;» Το Τάντσικο ήταν ένα σαπισμένο καμπανόφρουτο, έτοιμο να πέσει με τον πρώτο αέρα. Όλη αυτή η ελεεινή χώρα ήταν έτσι. Για μια στιγμή μπήκε στον πειρασμό να αγοράσει τη «φήμη» του. Έπαιζε το ρόλο κάποιας που εμπορευόταν ό,τι αγαθά και πληροφορίες έβρισκε, και μάλιστα είχε πουλήσει μερικά. Αλλά την έπιανε αναγούλα όταν είχε δοσοληψίες με τον Γκελμπ. Και επίσης τη φόβιζαν οι αμφιβολίες της. «Τελειώσαμε, αφέντη Γκελμπ. Ξέρεις πώς να επικοινωνήσεις μαζί μου, αν βρεις κι άλλο». Άγγιξε την τραχιά τσάντα.

Αυτός, αντί να σηκωθεί, κάθισε προσπαθώντας να δει μέσα από τη μάσκα της. «Από πού είσαι, κυρά Ελιντάρ; Έτσι που μιλάς, μασημένα και μαλακά —συμπάθα με· δεν ήθελα να σε προσβάλω― δεν ξέρω να πω».

«Τελειώσαμε, Γκελμπ». Μπορεί να ήταν η φωνή καπετάνιου, μπορεί η μάσκα να μην είχε κρύψει το παγερό βλέμμα της, αλλά ο Γκελμπ πετάχτηκε όρθιος, ψελλίζοντας συγνώμες και κάνοντας υποκλίσεις, ενώ άνοιγε την πόρτα του δαντελωτού τοίχου.