Αυτή έμεινε, ενώ εκείνος έφευγε, για να του δώσει χρόνο να βγει από τον Κήπο των Αργυρών Πνοών. Κάποιος θα τον ακολουθούσε έξω, για να βεβαιωθεί ότι δεν θα περίμενε να την ακολουθήσει κρυφά. Ένιωθε αηδία έτσι που κρυβόταν και πηγαινοερχόταν λάθρα· σχεδόν ευχόταν να της κατέστρεφε κάτι την κάλυψη, να της πρόσφερε μια τίμια μάχη πρόσωπο με πρόσωπο.
Ένα καινούριο πλοίο ερχόταν στο λιμάνι από κάτω, ένα τρεχαντήρι των Θαλασσινών με πανύψηλα κατάρτια και πανιά σαν σύννεφα. Είχε εξετάσει ένα αιχμαλωτισμένο τρεχαντήρι, αλλά θα έδινε σχεδόν τα πάντα για να κυβερνήσει ένα, αν και πίστευε ότι θα χρειαζόταν πλήρωμα από Θαλασσινούς για να αποδώσει το σκάφος. Οι Άθα’αν Μιέρε ήταν πεισματάρηδες στο θέμα των όρκων· δεν ήταν ίδιο πράγμα αν έπρεπε να αγοράσει ένα πλήρωμα. Να αγοράσει ένα πλήρωμα! Η ποσότητα του χρυσού που ερχόταν με τα πλοία των αγγελιοφόρων, για να το χρησιμοποιήσει κατά βούληση, της είχε φουσκώσει τα μυαλά.
Έπιασε την τσάντα από γιούτα, έκανε να σηκωθεί και μετά κάθισε πάλι βιαστικά, όταν είδε έναν άντρα με μεγάλους, γερούς ώμους να φεύγει από ένα άλλο τραπέζι. Τα μαύρα μαλλιά έπεφταν στους ώμους του και η γενειάδα του, που άφηνε το άνω χείλος γυμνό, αγκάλιαζε το στρογγυλό πρόσωπο του Μπέυλ Ντόμον. Φυσικά, δεν φορούσε μάσκα· είχε δώδεκα ακτοπλοϊκά σκάφη που μπαινόβγαιναν στο Τάντσικο και, όπως φαινόταν, δεν τον ένοιαζε ποιος ήξερε πού βρισκόταν. Μάσκα. Το μυαλό της δεν δούλευε. Με τη μάσκα της δεν θα την αναγνώριζε. Τον περίμενε πάντως να φύγει, πριν αφήσει το τραπέζι της. Ίσως να χρειαζόταν κάποια στιγμή να τον βγάλει από τη μέση, αν γινόταν επικίνδυνος.
Η Σέλιντριν πήρε το χρυσό νόμισμα που της πρόσφερε, χαμογέλασε πλατιά και μουρμούρισε ότι ευχόταν να επιστρέψει στο κατάστημα της. Η ιδιοκτήτρια του Κήπου των Αργυρών Πνοών είχε μαύρα μαλλιά πλεγμένα σε δεκάδες μικρές κοτσίδες, φορούσε κολλητό, λευκό, μεταξωτό φόρεμα, σχεδόν τόσο λεπτό που θα ταίριαζε και σε σερβιτόρα, κι ένα από τα διάφανα εκείνα πέπλα που, όταν η Εγκήνιν τα έβλεπε, ήθελε να ρωτήσει τις Ταραμπονέζες τι χορούς μπορούσαν να εκτελέσουν. Οι χορεύτριες Ση φορούσαν παρόμοια πέπλα και σχεδόν τίποτε άλλο. Πάντως, σκέφτηκε η Εγκήνιν καθώς προχωρούσε προς το δρόμο, η γυναίκα σίγουρα είχε κοφτερό μυαλό, αλλιώς δεν θα μπορούσε να κάνει ελιγμούς στα ρηχά του Τάντσικο, να περιποιείται όλες τις παρατάξεις χωρίς να προκαλεί την εχθρότητα καμίας.
Μια υπενθύμιση γι' αυτό ήταν ο ψηλός άντρας με το λευκό μανδύα, τους γκρίζους κροτάφους αλλά το σκληρό πρόσωπο και το σκληρό βλέμμα, ο οποίος είχε περάσει δίπλα από την Εγκήνιν και τον χαιρετούσε η Σέλιντριν. Ο μανδύας του Τζάιτσιμ Κάριντιν είχε τον ακτινωτό, χρυσό ήλιο στο στήθος, με τέσσερις χρυσούς κόμπους παρακάτω και μια άλικη ποιμενική ράβδο στην πλάτη. Ένας Εξεταστής του Χεριού του Φωτός, ένας ανώτατος αξιωματούχος των Τέκνων του Φωτός. Η ίδια η ιδέα των Τέκνων εξόργιζε την Εγκήνιν, η ιδέα ενός στρατιωτικού σώματος που λογοδοτούσε μόνο στον εαυτό του. Όμως ο Κάριντιν και οι λίγες εκατοντάδες στρατιώτες του είχαν κάποιο είδος εξουσίας στο Τάντσικο, το οποίο συνήθως τον περισσότερο καιρό στερούνταν οποιασδήποτε εξουσίας. Η Πολιτοφυλακή δεν περιπολούσε πια στους δρόμους και ο στρατός —στο βαθμό που ήταν ακόμα πιστός στο βασιλιά― ήταν απασχολημένος με την προστασία των φρουρίων γύρω από την πόλη. Η Εγκήνιν πρόσεξε ότι η Σέλιντριν ούτε που κοίταξε το σπαθί στο πλευρό του Κάριντιν. Οπωσδήποτε αυτός είχε εξουσία.
Μόλις βγήκε στο δρόμο, οι υπηρέτες της ήρθαν τρέχοντας με την καρέκλα της, από κει που ήταν μαζεμένοι με άλλους που περίμεναν τα αφεντικά τους, ενώ οι σωματοφύλακες της την περικύκλωσαν με τα δόρατά τους. Ήταν ένα αταίριαστο τσούρμο, μερικοί με ατσάλινα καπέλα και τρεις με δερμάτινα γιλέκα με ραμμένες μεταλλικές πλάκες· άντρες με τραχιά πρόσωπα, πιθανόν λιποτάκτες από το στρατό, αλλά αντιλαμβάνονταν ότι η γεμάτη κοιλιά τους και το ασήμι για ξόδεμα εξαρτιόνταν από τη διαρκή ασφάλειά της. Ακόμα και οι υπηρέτες είχαν μαχαίρια, ενώ ρόπαλα ξεπρόβαλλαν από τα ζωνάρια τους. Κανένας που έμοιαζε να έχει χρήματα δεν τολμούσε να εμφανιστεί δημοσίως χωρίς φρουρά. Πάντως, ακόμα κι αν ήταν διατεθειμένη να το ριψοκινδυνεύσει, αυτό απλώς θα κινούσε την προσοχή.
Οι φρουροί άνοιξαν δρόμο μέσα από το πλήθος δίχως πρόβλημα. Ο κόσμος σχημάτιζε ρεύματα και στροβίλους στους στενούς δρόμους, που τυλίγονταν γύρω από τους λόφους της πόλης και δημιουργούσαν ανοιχτούς χώρους γύρω από τις χειρήλατες πολυθρόνες, τις οποίες κύκλωναν οι σωματοφύλακες. Ελάχιστες άμαξες φαίνονταν γύρω. Τα άλογα γίνονταν σιγά-σιγά πολυτέλεια.