Ταλαιπωρημένη, αυτή ήταν η μόνη περιγραφή που ταίριαζε στη συνωθούμενη μάζα, ταλαιπωρημένη και ανταριασμένη. Ταλαιπωρημένα πρόσωπα, ταλαιπωρημένα ρούχα με υπερβολικά φανταχτερά χρώματα, σαλεμένα μάτια, απεγνωσμένα, που έλπιζαν ξέροντας ότι δεν υπήρχε ελπίδα. Πολλοί είχαν παραδοθεί, ζάρωναν στους τοίχους, κουλουριάζονταν στις εισόδους, έσφιγγαν τις γυναίκες τους, τους άντρες τους, τα παιδιά τους, πρόσωπα όχι απλώς ταλαιπωρημένα, αλλά κουρελιασμένα, ξεφτισμένα. Μερικές φορές ξεσηκώνονταν αρκετά για φωνάξουν στο διαβάτη, ζητώντας ένα νόμισμα, ένα ξεροκόμματο, κάτι.
Η Εγκήνιν είχε το βλέμμα στραμμένο ευθεία μπροστά κι εμπιστευόταν από ανάγκη τους σωματοφύλακες για να αναγνωρίσουν τυχόν κίνδυνο. Αν ανταπέδιδε το βλέμμα ενός ζητιάνου, αυτό θα σήμαινε άλλους είκοσι, που θα στριμώχνονταν γύρω της, βοώντας και κλαψουρίζοντας. Ήδη χρησιμοποιούσε ένα μέρος των χρημάτων που έφερναν τα πλοία των αγγελιοφόρων, λες και ήταν του Αίματος, για να οργανώσει φιλανθρωπικά συσσίτια. Την έπιανε ρίγος όταν σκεφτόταν τι θα σήμαινε αυτό σε περίπτωση που την έπιαναν να ξεπερνά τα όρια της θέσης της. Καλύτερα να έβαζε την μπροκάρ ρόμπα και να ξύριζε το κεφάλι.
Όλα αυτά θα διορθώνονταν όταν έπεφτε το Τάντσικο, όλοι θα είχαν τροφή, όλοι θα ήταν στο πρέπον μέρος τους. Θα εγκατέλειπε τα φορέματα και τα πράγματα για τα οποία δεν είχε ούτε εμπειρία, ούτε προτίμηση, και θα γυρνούσε στο πλοίο της. Τουλάχιστον το Τάραμπον και ίσως το Άραντ Ντόμαν ήταν έτοιμα να σωριαστούν με ένα άγγιγμα, σαν καρβουνιασμένο μετάξι. Γιατί δίσταζε η Υψηλή Αρχόντισσα Σούροθ; Γιατί;
Ο Τζάιτσιμ Κάριντιν αναπαυόταν νωχελικά στην πολυθρόνα του, με το μανδύα του απλωμένο στα σμιλεμένα μπράτσα της, και μελετούσε τους Ταραμπονέζους αριστοκράτες, που καταλάμβαναν τις άλλες πολυθρόνες του ιδιωτικού δωματίου. Κάθονταν αλύγιστοι φορώντας τα χρυσοκέντητα σακάκια τους, με τα στόματα σφιγμένα κάτω από μάσκες ευφάνταστα δουλεμένες για να μοιάζουν με γεράκια, λιοντάρια και λεοπαρδάλεις. Ανησυχούσε για περισσότερα απ' όσα αυτοί, όμως κατόρθωνε να παρουσιάζει ένα γαλήνιο παρουσιαστικό. Είχαν περάσει δύο μήνες από τότε που είχε μάθει το νέο για έναν ξάδερφό του, που είχε βρεθεί γδαρμένος ζωντανός στην ίδια του την κρεβατοκάμαρα, και τρεις από τότε που τη μικρότερη αδερφή του, την Ντεάλντα, την είχε απαγάγει ένας Μυρντράαλ πάνω στη γαμήλια δεξίωσή της. Ο διαχειριστής του οίκου του το είχε γράψει, χωρίς να το πιστεύει κι ο ίδιος, αλλόφρων από τις τραγωδίες που έπλητταν τον Οίκο Κάριντιν. Δύο μήνες. Ευχόταν να είχε πεθάνει γρήγορα η Ντεάλντα. Έλεγαν ότι οι γυναίκες δεν κρατούσαν πολύ τα λογικά τους στα χέρια των Μυρντράαλ. Δύο ολόκληροι μήνες. Κάθε άλλος εκτός από τον Τζάιτσιμ Κάριντιν θα ήταν εκτός εαυτού.
Όλοι εκεί κρατούσαν ένα κύπελλο κρασί, όμως δεν υπήρχαν υπηρέτες. Η Σέλιντριν τους είχε σερβίρει και μετά είχε αποχωρήσει, καθησυχάζοντάς τους ότι δεν επρόκειτο να τους ενοχλήσουν. Μάλιστα, δεν υπήρχε κανείς άλλος εκεί πέρα, στον ψηλότερο όροφο του Κήπου των Αργυρών Πνοών. Δύο άντρες, που είχαν έρθει μαζί με τους ευγενείς —μέλη της Σωματοφυλακής του Βασιλιά, εκτός αν έκανε λάθος ο Κάριντιν― στέκονταν στην αρχή της σκάλας για να εγγυηθούν ότι θα έμεναν ανενόχλητοι.
Ο Κάριντιν ήπιε μια γουλιά κρασί. Κανένας από τους Ταραμπονέζους δεν είχε πιει γουλιά. «Επομένως», έκανε ανάλαφρα, «ο Βασιλιάς Άντρικ θέλει τη συνδρομή των Τέκνων του Φωτός στην αποκατάσταση της τάξης στην πόλη. Σπανίως αναμιγνυόμαστε στις εσωτερικές υποθέσεις των κρατών». Όχι ανοιχτά. «Εγώ, πάντως, δεν θυμάμαι ποτέ να μας ζητήθηκε κάτι τέτοιο. Δεν ξέρω τι θα πει ο Άρχοντας Διοικητής». Ο Πέντρον Νάιαλ θα έλεγε να κάνει ό,τι ήταν ανάγκη και να φροντίσει να μάθουν οι Ταραμπονέζοι ότι είχαν χρέος στα Τέκνα ― και να φροντίσει να το πληρώσουν στο ακέραιο.
«Δεν υπάρχει χρόνος για να ζητήσεις οδηγίες από το Αμαντορ», είπε βιαστικά ένας άντρας με μάσκα που είχε μια λεοπάρδαλη με μαύρες βούλες. Δεν έλεγαν τα ονόματά τους, αλλά ο Κάριντιν δεν τα χρειαζόταν.
«Αυτό που ζητούμε είναι αναγκαίο», είπε απότομα ένας άλλος, που το παχύ μουστάκι του, κάτω από μια μάσκα γερακιού, του έδινε όψη μιας αλλόκοτης κουκουβάγιας. «Πρέπει να καταλάβεις ότι δεν θα ζητούσαμε κάτι τέτοιο, αν δεν ήταν αναγκαίο στο έπακρο. Χρειαζόμαστε ενότητα, όχι άλλους διχασμούς, σωστά; Υπάρχουν πολλά διχαστικά στοιχεία, ακόμα και μέσα στο Τάντσικο. Πρέπει να τα καταπνίξουμε, αν θέλουμε να έχουμε την παραμικρή πιθανότητα να επιβάλουμε την ειρήνη στην ύπαιθρο».
«Ο θάνατος της Πανάρχισσας δυσκόλεψε την κατάσταση», είπε ο πρώτος.
Ο Κάριντιν σήκωσε το φρύδι του ερωτηματικά. «Ανακαλύψατε ποιος τη σκότωσε, ή ακόμα;»