Δεν έμεινε να πιει με τους Ταραμπονέζους, αλλά τους αποχαιρέτησε όσο πιο σύντομα μπορούσε. Αν προσβλήθηκαν, η ανάγκη τους ήταν τέτοια που δεν το έδειξαν. Η Σέλιντριν τον είδε να κατεβαίνει και ένας σταβλίτης του έφερνε το άλογο στην εξώπορτα, την ίδια στιγμή που έβγαινε στο δρόμο. Πέταξε στο αγόρι ένα χάλκινο νόμισμα και σπιρούνισε το μαύρο μουνούχι για να αναπτύξει ένα γοργό τροχασμό. Οι ταλαιπωρημένοι άνθρωποι στα δαιδαλώδη δρομάκια του άνοιγαν δρόμο κι αυτό ήταν καλό· αν τσαλαπατούσε κανέναν, μπορεί να μην το πρόσεχε. Όχι ότι θα ήταν καμιά μεγάλη απώλεια. Η πόλη ήταν γεμάτη ζητιάνους· δεν μπορούσε ούτε μια ανάσα να πάρει χωρίς τη δυσωδία του ξινισμένου, μπαγιάτικου ιδρώτα και της λέρας. Καλά θα έκανε ο Τάμριν να τους μαζέψει και να διώξει· ας τους φορτώνονταν οι εξεγερμένοι στην ύπαιθρο.
Η ύπαιθρος τον απασχολούσε, όχι οι αντάρτες. Μ' αυτούς θα ξεμπέρδευε εύκολα, όταν θα άρχιζε να διαδίδεται ότι ο τάδε ή ο δείνα ήταν Σκοτεινόφιλος. Κι όταν θα κατόρθωνε να φέρει μερικούς στο Χέρι του Φωτός, θα στέκονταν ενώπιον όλων και θα ομολογούσαν ότι λάτρευαν τον Σκοτεινό, ότι έτρωγαν παιδιά, θα έλεγαν ό,τι τους είχαν πει να πουν. Οι εξεγερμένοι δεν θα άντεχαν πολύ έπειτα απ' αυτό· οι σφετεριστές, που ήταν ακόμα στο πεδίο της μάχης, θα ξυπνούσαν και θα ανακάλυπταν ότι είχαν απομείνει μόνοι. Όμως οι Δρακορκισμένοι, εκείνοι που πραγματικά είχαν διακηρύξει την υπακοή τους στον Αναγεννημένο Δράκοντα, θα έβγαιναν αλώβητοι από την κατηγορία ότι ήταν Σκοτεινόφιλοι. Ούτως ή άλλως, ο περισσότερος κόσμος έτσι τους θεωρούσε, αφού είχαν ορκιστεί να ακολουθήσουν έναν άντρα που μπορούσε να διαβιβάζει.
Το πρόβλημα ήταν ο άνθρωπος τον οποίο είχαν ορκιστεί να ακολουθήσουν, ο άνθρωπος του οποίου το όνομα δεν γνώριζαν καν. Ο Ραντ αλ'Θόρ. Πού ήταν; Εκατό ομάδες Δρακορκισμένων ήταν εκεί έξω, δύο απ' αυτές τόσο μεγάλες που άξιζε να λέγονται στρατός, και πολεμούσαν το στρατό του βασιλιά —το μέρος του που ήταν ακόμα πιστό στον Άντρικ― όπως επίσης πολεμούσαν και τους αντάρτες —οι οποίοι πολεμούσαν όχι μόνο τον Άντρικ ή τους Δρακορκισμένους, αλλά και μεταξύ τους― αλλά ο Κάριντιν δεν είχε ιδέα ποια ομάδα προστάτευε τον Ραντ αλ'Θόρ. Μπορεί να ήταν στην Πεδιάδα του Άλμοθ ή στο Άραντ Ντόμαν, όπου η κατάσταση ήταν ίδια. Αν ήταν εκεί, ο Τζάιτσιμ Κάριντιν πιθανότατα θα ήταν ήδη νεκρός.
Στο παλάτι της Βεράνα, το οποίο είχε επιτάξει για αρχηγείο των Τέκνων, πέταξε τα χαλινάρια σε έναν από τους σκοπούς με τους λευκούς μανδύες και μπήκε μέσα με μεγάλα βήματα, χωρίς να ανταποδώσει το χαιρετισμό τους. Ο ιδιοκτήτης αυτού του περίτεχνου κτιρίου, γεμάτου ωχρούς θόλους, δαντελωτούς πυργίσκους και σκιερούς κήπους, είχε διεκδικήσει το Θρόνο του Φωτός κι έτσι κανένας δεν είχε διαμαρτυρηθεί για την επίταξη. Ούτε κι ο ιδιοκτήτης· ό,τι είχε μείνει από το κεφάλι του, στόλιζε ακόμα ένα κοντάρι πάνω από τα Σκαλιά των Προδοτών, στη Μασέτα.
Αυτή τη φορά ο Κάριντιν δεν κοίταξε σχεδόν καθόλου τα έξοχα Ταραμπονέζικα χαλιά, τα στολίσματα που ήταν δουλεμένα με χρυσό και φίλντισι, τις αυλές με τα σιντριβάνια, όπου το νερό πετιόταν ψηλά με ένα δροσερό κελάρυσμα. Δεν του κίνησαν το ενδιαφέρον οι πλατιοί διάδρομοι με τις χρυσές λάμπες και τα ψηλά ταβάνια, που ήταν γεμάτοι λεπτοδουλεμένα, χρυσά ελίγματα. Τούτο το παλάτι ήταν αντάξιο του εντυπωσιακότερου της Αμαδισία, ίσως και του μεγαλύτερου, όμως αυτό που δέσποζε στο νου του εκείνη τη στιγμή ήταν το δυνατό μπράντυ στο δωμάτιο που είχε πάρει για μελετητήριο.
Βρισκόταν στο κέντρο ενός ανεκτίμητου χαλιού με γαλάζια, πορφυρά και χρυσά μοτίβα και τα μάτια του ήταν στυλωμένα στο σμιλεμένο ντουλάπι που περιείχε το ασημένιο φλασκί με το διπλοαπεσταγμένο μπράντυ, όταν ξαφνικά κατάλαβε πως δεν ήταν μόνος. Μια γυναίκα με κολλητή, αχνοκόκκινη εσθήτα στεκόταν κοντά στα ψηλά, στενά παράθυρα που έβλεπαν σε ένα δεντροσκίαστο κήπο, με μελιά μαλλιά σε πλεξούδες, που της χάιδευαν τους ώμους. Ένα αραχνοΰφαντο πέπλο κάθε άλλο παρά έκρυβε το πρόσωπό της. Ήταν νεαρή και όμορφη, με τριανταφυλλένιο στόμα και μεγάλα, καστανά μάτια· δεν ήταν υπηρέτρια, με τέτοια ρούχα.
«Ποια είσαι;» απαίτησε αυτός να μάθει εκνευρισμένος. «Πώς μπήκες εδώ; Φύγε αμέσως, αλλιώς θα σε πετάξω στο δρόμο».
«Απειλές, Μπορς; Δεν νομίζεις ότι πρέπει να είσαι πιο φιλόξενος με τους καλεσμένους σου;»
Το όνομα τον κλόνισε. Πριν προλάβει να σκεφτεί, είχε βγάλει το σπαθί και χιμούσε στο λαιμό της.