Κάτι τον άρπαξε, ο αέρας πύκνωσε, κάτι τον ανάγκασε να πέσει στα γόνατα, τον αιχμαλώτισε από το λαιμό και κάτω. Του έσφιξε τους καρπούς και τα κόκαλά του έτριξαν· τα χέρια του άνοιξαν και το σπαθί έπεσε κάτω. Η Δύναμη. Χρησιμοποιούσε πάνω του τη Μία Δύναμη. Μια μάγισσα της Ταρ Βάλον. Κι αφού ήξερε το όνομα...
«Θυμάσαι», είπε ζυγώνοντάς τον, «μια συνάντηση, όπου εμφανίστηκε ο ίδιος ο Μπα'άλζαμον και μας έδειξε τα πρόσωπα του Ματ Κώθον, του Πέριν Αϋμπάρα και του Ραντ αλ'Θόρ;» Σχεδόν έφτυσε τα ονόματα, ειδικά το τελευταίο· το βλέμμα της ήταν τέτοιο που έμοιαζε ικανό να ανοίξει τρύπες σε ατσάλι. «Βλέπεις; Ξέρω ποιος είσαι, ναι; Έταξες την ψυχή σου στον Μέγα Άρχοντα του Σκότους, Μπορς». Το ξαφνικό γέλιο της ήταν σαν γλυκές καμπανούλες.
Ιδρώτας φάνηκε στο πρόσωπό του. Δεν ήταν απλώς μια αξιοκαταφρόνητη μάγισσα της Ταρ Βάλον. Ήταν του Μαύρου Άτζα. Νόμιζε ότι γι' αυτόν θα ερχόταν ένας Μυρντράαλ. Νόμιζε ότι είχε χρόνο. Κι άλλο χρόνο. Όχι ακόμα. «Προσπάθησα να τον σκοτώσω», είπε νευρικά. «Τον Ραντ αλ'Θόρ. Προσπάθησα! Αλλά δεν μπορώ να τον βρω. Δεν μπορώ! Μου είπαν ότι θα σκότωναν τους δικούς μου αν αποτύγχανα, έναν-έναν. Μου υποσχέθηκαν ότι θα ήμουν ο τελευταίος! Έχω και ξαδέρφια. Ανιψιούς. Ανιψιές. Έχω άλλη μια αδελφή! Πρέπει να μου δώσεις κι άλλο χρόνο!»
Εκείνη στάθηκε εκεί, κοιτάζοντάς τον με τα σκληρά, καστανά μάτια της, χαμογελώντας με το απαλό στοματάκι της, ακούγοντάς τον να λέει πού μπορούσε να βρει τη Βανόρα, πού ήταν η κρεβατοκάμαρά της, ότι της άρεσε να πηγαίνει για ιππασία μόνη στο δάσος πέρα από την Καρμέρα. Ίσως αν φώναζε πιο δυνατά, να έρχονταν οι φρουροί. Ίσως να τη σκότωναν. Άνοιξε κι άλλο το στόμα του — κι εκείνη η βαριά, αόρατη πυκνότητα του αέρα κύλησε μέσα του και του άνοιξε τα σαγόνια, ώσπου έτριξαν τα αφτιά του. Με τα ρουθούνια της μύτης ανοιχτά, ρούφηξε αέρα ξέφρενα. Ακόμα μπορούσε να ανασάνει, αλλά δεν μπορούσε να ουρλιάξει. Το μόνο που βγήκε ήταν πνιχτά βογκητά, σαν γυναίκα που θρηνεί πίσω από τοίχους. Ήθελε να ουρλιάξει.
«Είσαι πολύ διασκεδαστικός», είπε τελικά η γυναίκα με τα μελιά μαλλιά. «Τζάιτσιμ. Νομίζω ότι είναι ένα ωραίο όνομα για σκυλί. Θα ήθελες να γίνεις το σκυλί μου, Τζάιτσιμ; Αν είσαι πολύ φρόνιμο σκυλί, ίσως κάποια μέρα να σου επιτρέψω να δεις τον Ραντ αλ'Θόρ να πεθαίνει, ναι;»
Δεν κατάλαβε αμέσως τι του έλεγε. Αν θα έβλεπε τον Ραντ αλ'Θόρ να πεθαίνει, τότε αυτή η γυναίκα δεν θα τον... Δεν θα τον σκότωνε, δεν θα τον έγδερνε ζωντανό, δεν θα έκανε τα πράγματα που είχε σκαρώσει με το νου του, που μπροστά τους το γδάρσιμο θα ήταν ανακούφιση. Δάκρυα κύλησαν στο πρόσωπό του. Λυγμοί ανακούφισης τον έσεισαν, όσο μπορούσε να κουνηθεί έτσι παγιδευμένος που ήταν. Η παγίδα ξαφνικά εξαφανίστηκε κι ο Κάριντιν σωριάστηκε στα χέρια και στα πόδια, ακόμα κλαψουρίζοντας. Δεν μπορούσε να σταματήσει.
Η γυναίκα γονάτισε πλάι του και τον έπιασε από τα μαλλιά, του σήκωσε το κεφάλι. «Τώρα θα με ακούσεις, ναι; Ο θάνατος του Ραντ αλ'Θόρ είναι για το μέλλον και θα τον δεις μόνο αν είσαι καλό σκυλί. Πρόκειται να μετακινήσεις τους Λευκομανδίτες σου στο Παλάτι της Πανάρχισσας».
«Πού το ξέρεις αυτό;»
Εκείνη κούνησε το κεφάλι του δεξιά-αριστερά, όχι μαλακά. «Το καλό σκυλί δεν ρωτά την αφέντρα του. Εγώ θα σου πετάω το ξυλάκι· εσύ θα μου φέρνεις το ξυλάκι. Θα λέω σκότωσε· θα σκοτώνεις. Ναι; Ναι». Το χαμόγελό της ήταν μόνο ένα γύμνωμα των δοντιών. «Θα δυσκολευτείς να καταλάβεις το Παλάτι; Είναι εκεί η Λεγεώνα της Πανάρχισσας, χίλιοι άντρες, που κοιμούνται στους διαδρόμους, στις αίθουσες εκθέσεων, στις αυλές. Δεν έχεις τόσο πολλούς Λευκομανδίτες».
«Δεν...» Σταμάτησε για να ξεροκαταπιεί. «Δεν θα μας δημιουργήσουν πρόβλημα. Πιστεύουν ότι η Αμάθιρα έχει επιλεγεί από τη Συνέλευση. Η Συνέλευση θα —»
«Μη μου προκαλείς ανία, Τζάιτσιμ Κάριντιν. Δεν με νοιάζει αν σκοτώσεις ολόκληρη τη Συνέλευση, αρκεί να κρατήσεις το Παλάτι της Πανάρχισσας. Πότε θα ξεκινήσετε;»
«Θα.. θα χρειαστούν τρεις-τέσσερις μέρες για να παραδώσει ο Άντρικ τις εγγυήσεις».
«Τρεις-τέσσερις μέρες», μουρμούρισε αυτή σχεδόν μονολογώντας. «Πολύ καλά. Λίγη καθυστέρηση ακόμα δεν θα αποτελέσει πρόβλημα». Ο Κάριντιν αναρωτήθηκε τι καθυστέρηση εννοούσε, όταν αυτή έκανε τα πόδια του να λυγίσουν. «Θα διατηρήσεις τον έλεγχο του Παλατιού και θα διώξεις από κει τους εξαίρετους στρατιώτες της Πανάρχισσας».
«Αυτό είναι αδύνατον», είπε κι εκείνη του τράβηξε το κεφάλι πίσω τόσο δυνατά, που δεν ήξερε αν πρώτα θα έσπαζε ο λαιμός ή αν θα του ξεριζώνονταν τα μαλλιά. Δεν τολμούσε να αντισταθεί. Χίλιες αόρατες βελόνες τον τρυπούσαν στο πρόσωπο, το στήθος, την πλάτη, τα χέρια, τα πόδια, παντού. Αόρατες, όμως αληθινές.
«Αδύνατον, Τζάιτσιμ;» του είπε απαλά. «Δεν μου αρέσει καθόλου να ακούω αυτή τη λέξη».