Выбрать главу

Οι βελόνες χώθηκαν πιο βαθιά· βόγκηξε, αλλά έπρεπε να της εξηγήσει. Αυτό που του ζητούσε ήταν πράγματι αδύνατο. Μίλησε λαχανιασμένα από τη βιάση του. «Όταν η Αμάθιρα ανακηρυχθεί Πανάρχισσα, αυτή θα ελέγχει τη Λεγεώνα. Αν προσπαθήσω να κρατήσω το Παλάτι, θα τη στρέψει εναντίον μου και ο Άντρικ θα τη βοηθήσει. Δεν υπάρχει τρόπος να αντισταθώ στη Λεγεώνα της Πανάρχισσας και στις όποιες δυνάμεις μπορέσει να μαζέψει ο Άντρικ από τα φρούρια του Δακτυλίου».

Εκείνη στάθηκε να τον περιεργάζεται τόση ώρα, που τον έλουσε ιδρώτας. Δεν τολμούσε να κουνήσει το κεφάλι, ούτε να βλεφαρίσει· οι χίλιες μικρές δαγκωνιές δεν του το επέτρεπαν.

«Δεν θα υπάρξει πρόβλημα με την Πανάρχισσα», του είπε τελικά. Οι βελόνες χάθηκαν κι αυτή σηκώθηκε όρθια.

Σηκώθηκε και ο Κάριντιν επίσης, πασχίζοντας να μείνει όρθιος. Ίσως κατάφερνε να κάνει κάποια συμφωνία· τώρα η γυναίκα έμοιαζε διατεθειμένη να ακούσει τη λογική. Τα πόδια του έτρεμαν από την οδύνη, αλλά έκανε τη φωνή του όσο πιο σταθερή μπορούσε. «Ακόμα κι αν μπορέσεις να επηρεάσεις την Αμάθιρα —»

Τον έκοψε. «Σου είπα να μην κάνεις ερωτήσεις, Τζάιτσιμ. Το καλό σκυλί υπακούει την αφέντρα του, έτσι δεν είναι; Αν όχι, σου υπόσχομαι ότι θα παρακαλάς να βρω ένα Μυρντράαλ για να παίξει μαζί σου. Με καταλαβαίνεις;»

«Καταλαβαίνω», είπε αυτός παγωμένα. Εκείνη συνέχισε να τον καρφώνει με το βλέμμα και ύστερα από μια στιγμή πράγματι την κατάλαβε. «Θα κάνω ό,τι λες... αφέντρα». Το σύντομο, επιδοκιμαστικό χαμόγελό της τον έκανε να κοκκινίσει. Ξεκίνησε για την πόρτα, γυρνώντας του την πλάτη σαν να ήταν πράγματι σκυλί αυτός, και μάλιστα δίχως δόντια. «Πώς...; Πώς σε λένε;»

Αυτή τη φορά το χαμόγελο της ήταν γλυκό και κοροϊδευτικό. «Ναι. Το σκυλί πρέπει να ξέρει το όνομα της αφέντρας του. Με λένε Λίαντριν. Αλλά αυτό το όνομα δεν πρέπει να το αγγίξουν τα χείλη του σκυλιού. Αν συμβεί αυτό, θα δυσαρεστηθώ πολύ μαζί σου».

Όταν η πόρτα έκλεισε πίσω της, ο Κάριντιν έφτασε παραπατώντας σε μια καρέκλα με ψηλή ράχη και φιλντισένια ένθετα και σωριάστηκε εκεί. Αφησε το μπράντυ στη θέση του· ένιωθε τέτοια ναυτία στο στομάχι, που θα το έκανε εμετό. Τι άραγε να την ενδιέφερε στο Παλάτι της Πανάρχισσας; Επικίνδυνη ερώτηση, φυσικά, αλλά ακόμα κι αν υπηρετούσαν τον ίδιο αφέντη, δεν μπορούσε να νιώσει τίποτα άλλο εκτός από αποστροφή για μια μάγισσα της Ταρ Βάλον.

Η Λίαντριν ήξερε λιγότερα απ' όσα νόμιζε. Με τις εγγυήσεις του βασιλιά στο χέρι, θα μπορούσε να συγκρατήσει τον Τάμριν και το στρατό του, απειλώντας τον με αποκαλύψεις, το ίδιο και την Αμάθιρα. Κι έτσι, όμως, αυτοί θα μπορούσαν να ξεσηκώσουν τον όχλο. Και ο Άρχοντας Διοικητής ίσως να αποδοκίμαζε την όλη υπόθεση, ίσως να πίστευε ότι ο Κάριντιν επιζητούσε προσωπική εξουσία. Ο

Κάριντιν έκρυψε το πρόσωπο με τα χέρια του, καθώς φανταζόταν τον Πέντρον Νάιαλ να υπογράφει τη θανατική του καταδίκη. Οι ίδιοι του οι άντρες θα τον συλλάμβαναν και θα τον κρεμούσαν. Αν μπορούσε να σχεδιάσει το θάνατο της μάγισσας... Αλλά του είχε υποσχεθεί ότι θα τον προστάτευε από τους Μυρντράαλ. Του ήρθε να ξαναβάλει τα κλάματα. Η μάγισσα δεν ήταν καν εδώ, αλλά τον είχε παγιδεύσει για τα καλά, με ατσάλινα σαγόνια σφιγμένα γύρω από τα πόδια του και μια θηλιά στο λαιμό του.

Έπρεπε να υπάρχει διέξοδος, όμως όπου κι αν κοίταζε, έβλεπε μονάχα παγίδες.

Η Λίαντριν προχωρούσε στους διαδρόμους σαν φάντασμα, αποφεύγοντας εύκολα υπηρέτες και Λευκομανδίτες. Όταν βγήκε από μια μικρή πόρτα στο στενάκι πίσω από το παλάτι, ο νεαρός, ψηλός σκοπός εκεί την κοίταξε με ανακούφιση και ταραχή μαζί. Είχε ένα κόλπο, με το οποίο έκανε κάποιον ευάλωτο στις υποδείξεις της —απλώς μερικές στάλες της Δύναμης― που δεν το είχε χρειαστεί με τον Κάριντιν, αλλά είχε πείσει εύκολα αυτό τον ανόητο να της επιτρέψει να μπει. Χαμογελώντας, του έκανε νόημα να την πλησιάσει. Ο άθλιος χαμογέλασε σαν να περίμενε φιλί και το χαμόγελό του πάγωσε, όταν η στενή λεπίδα της χώθηκε στο μάτι του.

Η Λίαντριν πήδηξε σβέλτα προς τα πίσω, καθώς το κορμί του έπεφτε σαν σάρκινο σακί δίχως κόκαλα. Τώρα δεν θα μιλούσε γι' αυτήν, ακόμα και κατά λάθος. Ούτε μια κηλίδα αίματος δεν λέρωνε το χέρι της. Ευχήθηκε να είχε τη δεξιοτεχνία της Τσέσμαλ στο να σκοτώνει με τη Δύναμη, ή ακόμα και το πιο αδύναμο ταλέντο της Ριάνα. Ήταν παράξενο που η ικανότητα να σκοτώνεις με τη Δύναμη, να σταματήσεις μια καρδιά ή να κάνεις το αίμα να βράσει στις φλέβες, ήταν τόσο στενά συνδεμένη με τη Θεραπεία. Η ίδια δεν μπορούσε να Θεραπεύσει κάτι χειρότερο από γδαρσίματα ή αμυχές ― όχι ότι την ενδιέφερε αυτό.

Η χειρήλατη πολυθρόνα της, με κόκκινη λάκα, φιλντισένια και χρυσό ένθετα, την περίμενε στο τέρμα του σοκακιού και μαζί οι σωματοφυλακές της, δώδεκα μεγαλόσωμοι άντρες με πρόσωπα σαν πεινασμένων λύκων. Όταν βρέθηκαν στους δρόμους, άνοιξαν χώρο γύρω της με άνεση, χτυπώντας με δόρατα σαν ρόπαλα όσους δεν έσπευδαν να παραμερίσουν. Ήταν όλοι αφοσιωμένοι στον Μέγα Άρχοντα του Σκότους, φυσικά, και παρ' όλο που δεν ήξεραν ποιος ήταν αυτός, ήξεραν ότι άλλοι είχαν εξαφανιστεί επειδή δεν τον είχαν υπηρετήσει σωστά.