Το σπίτι που χρησιμοποιούσε μαζί με τις άλλες, ένα πλατύ μονόπατο με επίπεδη στέγη από πέτρα και λευκό γύψο, σε μια λοφοπλαγιά στη βάση της Βεράνα, της ανατολικότερης χερσονήσου του Τάντσικο, ανήκε σε έναν έμπορο, ο οποίος επίσης είχε δώσει τους όρκους στον Μέγα Άρχοντα. Η Λίαντριν θα προτιμούσε ένα παλάτι —ίσως κάποια μέρα να είχε το Παλάτι του Βασιλιά στη Μασέτα· μεγαλώνοντας, χάζευε με φθόνο τα παλάτια του Άρχοντα, αλλά γιατί να αρκεστεί σε κάποιο από εκείνα;― αλλά, παρά τις προτιμήσεις της, το συνετό ήταν να μείνουν απαρατήρητες προς το παρόν. Οι ανόητες της Ταρ Βάλον αποκλείεται να υποψιάζονταν ότι βρίσκονταν στο Τάραμπον, όμως ο Πύργος σίγουρα τις κυνηγούσε ακόμα και τα ζωάκια της Σιουάν Σάντσε μπορεί να τις έψαχναν οπουδήποτε.
Η πύλη έβγαζε σε μια μικρή αίθουσα που δεν είχε παράθυρα στο ισόγειο τμήμα της, παρά μόνο σε εκείνο του πρώτου ορόφου. Αφήνοντας εκεί τους σωματοφύλακες και τους βαστάζους, έτρεξε μέσα. Ο έμπορος είχε προσφέρει μερικούς υπηρέτες· τις είχε καθησυχάσει ότι όλοι ήταν ορκισμένοι στον Μέγα Άρχοντα, αλλά δεν αρκούσαν για να εξυπηρετήσουν τις έντεκα γυναίκες, που σπανίως έβγαιναν έξω. Μία απ' αυτές, μια εμφανίσιμη γυναίκα με στιβαρό σώμα και μαύρες κοτσίδες που λεγόταν Γκύλντιν, σκούπιζε τα κόκκινα και λευκά πλακάκια της εισόδου όταν μπήκε μέσα τη Λίαντριν.
«Πού είναι οι άλλες;» ζήτησε να μάθει.
«Στο μπροστινό αναπαυτήριο». Η Γκύλντιν έκανε νόημα προς τη διπλή, αψιδωτή πόρτα στα δεξιά, λες και η Λίαντριν δεν ήξερε πού ήταν.
Το στόμα της Λίαντριν σφίχτηκε. Η γυναίκα δεν έκλινε το γόνυ· δεν χρησιμοποιούσε τίτλους, δεν έδειχνε σεβασμό. Ήταν αλήθεια, βέβαια, ότι δεν ήξερε ποια πραγματικά ήταν η Λίαντριν, αλλά ήξερε ότι ήταν σε αρκετά υψηλή θέση για να δίνει διαταγές και να την υπακούνε, καθώς και ότι είχε αναγκάσει εκείνο το χοντρό έμπορο να υποκλιθεί δουλικά και να μαζέψει την οικογένειά του για να μείνουν σε κάποια καλύβα αλλού. «Η δουλειά σου είναι να καθαρίζεις, έτσι δεν είναι; Όχι να μου στέκεσαι άπραγη. Ε, καθάρισε λοιπόν! Αν βρω έστω και έναν κόκκο σκόνης το βράδυ, βρε παλιαγελάδα, θα σε κάνω τ' αλατιού!» Έκλεισε το στόμα σφίγγοντας τα δόντια. Τόσον καιρό αντέγραφε τον τρόπο που μιλούσαν οι ευγενείς και οι πλούσιοι, ώστε μερικές φορές ξεχνούσε ότι ο πατέρας της πουλούσε φρούτα σε καροτσάκι, αλλά μέσα σε μια στιγμή θυμού η γλώσσα της έβγαζε την ομιλία του λαουτζίκου. Ήταν η ατέλειωτη ένταση. Η ατέλειωτη αναμονή. Ξέσπασε στο τέλος. «Δούλευε!» Μπήκε στο αναπαυτήριο και βρόντηξε πίσω της την πόρτα.
Δεν ήταν όλες οι άλλες εκεί, κάτι που την εκνεύρισε ακόμα περισσότερο, αλλά ως εδώ ήταν. Η στρογγυλοπρόσωπη Έλντριθ Τζόνταρ καθόταν σε ένα τραπέζι με ένθετα λαζούρια, κάτω από ένα υφαντό σε ένα λευκό τοίχο και κρατούσε προσεκτικά σημειώσεις από ένα τριμμένο χειρόγραφο· μερικές φορές σκούπιζε αφηρημένα τη μύτη της πένας της στο μανίκι του σκούρου, μάλλινου φορέματός της. Η Μάριλιν Γκεμάλφιν καθόταν πλάι σε ένα στενό παράθυρο, ατενίζοντας ονειροπόλα με τα γαλάζια μάτια της το σιντριβάνι που κελάρυζε σε μια μικρή αυλή και ξύνοντας νωχελικά τα αφτιά μιας κοκαλιάρας, κιτρινωπής γάτας, χωρίς να αντιλαμβάνεται τις τρίχες που έπεφταν στο πράσινο, μεταξωτό φόρεμά της. Η Μάριλιν και η Έλντριθ ήταν και οι δύο του Καφέ Άτζα, αλλά αν η Μάριλιν ανακάλυπτε ποτέ ότι η Έλντριθ ήταν ο λόγος που εξαφανίζονταν οι αδέσποτες γάτες που έφερνε συνεχώς, τότε θα γινόταν φασαρία.
Ήταν κάποτε Καφέ αδελφές. Μερικές φορές δυσκολευόταν να θυμηθεί ότι δεν ήταν πια, ή ότι και η ίδια δεν ήταν πλέον Κόκκινη. Πολλά από όσα τις χαρακτήριζαν σαφώς ως μέλη των παλιών τους Άτζα παρέμεναν ακόμα και τώρα, που είχαν δηλωθεί ανοιχτά υπέρ του Μαύρου. Για παράδειγμα, οι δύο πρώην Πράσινες. Η Τζεάνε Κάιντε, με τη χαλκόχρωμη επιδερμίδα και το λαιμό κύκνου, φορούσε τα πιο λεπτά και τα πιο κολλητά μεταξωτά φορέματα που έβρισκε —λευκό σήμερα― και έλεγε γελαστά ότι θα αναγκαζόταν να βολευτεί με τις εσθήτες, μιας και δεν υπήρχε τίποτα άλλο στο Τάντσικο που να μπορεί να αιχμαλωτίσει τα ανδρικά βλέμματα. Η Τζεάνε ήταν από το Άραντ Ντόμαν· οι Ντομανές ήταν διαβόητες για τα σκανδαλώδη ρούχα τους. Η Άσνι Ζεράμινι, με μαύρα, γερτά μάτια και κοφτή μυτούλα, φαινόταν συνεσταλμένη μέσα στο ανοιχτό γκρίζο φόρεμά της με το απλό κόψιμο και τον ψηλό λαιμό του, όμως η Λίαντριν την είχε ακούσει αρκετές φορές να λέει ότι είχε μετανιώσει που είχε αφήσει πίσω τους Πρόμαχους της. Κι όσο για τη Ριάνα Αντόμεραν... Μαύρα μαλλιά, με μια κατάλευκη πινελιά πάνω από το αριστερό αφτί της, αγκάλιαζαν ένα πρόσωπο που είχε την παγερή, αλαζονική βεβαιότητα που μόνο οι Λευκές μπορούσαν να επιδείξουν.