Выбрать главу

«Έχει γίνει», ανακοίνωσε η Λίαντριν. «Ο Τζάιτσιμ Κάριντιν θα μετακινήσει τους Λευκομανδίτες του στο Παλάτι της Πανάρχισσας και θα μας το προστατεύσει. Δεν ξέρει ακόμα ότι θα έχουμε προσκεκλημένους... φυσικά». Είδε μερικές να κάνουν μια γκριμάτσα· μπορεί να είχαν αλλάξει Άτζα, αλλά αυτό δεν είχε αλλάξει τα συναισθήματά τους για τους άντρες που μισούσαν τις γυναίκες που διαβίβαζαν. «Υπάρχει κάτι ενδιαφέρον. Πίστευε ότι ήμουν εκεί για να τον σκοτώσω, επειδή είχε αποτύχει να σκοτώσει τον Ραντ αλ'Θόρ».

«Αυτό δεν βγάζει νόημα», είπε η Άσνι σμίγοντας τα φρύδια. «Πρέπει να τον δεσμεύσουμε, να τον ελέγξουμε, όχι να τον σκοτώσουμε». Ξαφνικά, ξέσπασε σε ένα μαλακό, ήσυχο γέλιο και έγειρε πίσω στην καρέκλα της. «Αν υπάρχει τρόπος να τον ελέγξουμε, δεν θα με πείραζε να τον δεσμεύσω σε μένα. Είναι ένας καλοκαμωμένος νεαρός, από το λίγο που είδα». Η Λίαντριν ξεφύσησε· δεν της άρεσαν καθόλου οι άντρες.

Η Ριάνα κούνησε ανήσυχα το κεφάλι. «Βγάζει νόημα ― άσχημο. Οι διαταγές μας από τον Πύργο ήταν σαφείς, αλλά είναι σαφές ότι ο Κάριντιν έχει διαφορετικές. Δεν μπορώ παρά να εικάσω ότι υπάρχει διχόνοια μεταξύ των Αποδιωγμένων».

«Οι Αποδιωγμένοι», μουρμούρισε η Τζεάνε σταυρώνοντας θυμωμένα τα χέρια και το λευκό μετάξι κόλλησε ακόμα πιο προκλητικά στα στήθη της. «Τι μας ωφελούν οι υποσχέσεις ότι θα κυβερνήσουμε τον κόσμο όταν επιστρέψει ο Μέγας Άρχοντας, αν στο μεταξύ θα έχουμε γίνει λιώμα ανάμεσα σε Πρόμαχους που αντιμάχονται; Πιστεύει καμιά σας ότι μπορούμε να τα βάλουμε μ' αυτούς;»

«Μοιροφωτιά». Η Άσνι κοίταξε ολόγυρα μ' ένα προκλητικό βλέμμα στα μαύρα μάτια της. «Η μοιροφωτιά μπορεί να εξοντώσει ακόμα κι έναν Αποδιωγμένο. Κι έχουμε τα μέσα να την παράγουμε». Ένα τερ'ανγκριάλ, από εκείνα που είχαν πάρει από τον Πύργο, μια ράβδος με ανάγλυφες προεξοχές μήκους ενός βήματος, μπορούσε να χρησιμοποιηθεί γι' αυτό. Καμία τους δεν ήξερε γιατί είχαν διαταχθεί να το πάρουν, ούτε ακόμα και η ίδια η Λίαντριν. Το ίδιο είχε συμβεί με πολλά τερ'ανγκριάλ, τα είχαν πάρει επειδή έτσι είχαν διαταχθεί, δίχως να δοθεί εξήγηση, όμως κάποιες διαταγές δεν μπορούσες να τις παρακούσεις. Η Λίαντριν ευχήθηκε να είχαν καταφέρει να πάρουν έστω και ένα ανγκριάλ.

Η Τζεάνε ξεφύσησε κοφτά. «Αν μπορεί να το ελέγξει κάποια από μας. Ή μήπως ξεχάσατε ότι παραλίγο να σκοτωθώ στη μία δοκιμή που κάναμε; Κι ότι η θερμότητα του άνοιξε μια τρύπα και στις δύο πλευρές του πλοίου, πριν το σταματήσω; Ωραίες θα ήμασταν αν πνιγόμασταν πριν φτάσουμε στο Τάντσικο».

«Τι χρειαζόμαστε τη μοιροφωτιά;» είπε η Λίαντριν. «Ας έχουμε τον Αναγεννημένο Δράκοντα του χεριού μας και άσε τους Αποδιωγμένους να μην ξέρουν πώς να μας αντιμετωπίσουν». Ξαφνικά αντιλήφθηκε άλλη μια παρουσία στο δωμάτιο. Εκείνη η Γκύλντιν σκούπιζε στη γωνία μια σμιλεμένη καρέκλα με κοντή ράχη. «Τι κάνεις εδώ εσύ;»

«Καθαρίζω». Η γυναίκα με τις μαύρες κοτσίδες ορθώθηκε ανέμελα. «Μου είπες να καθαρίσω».

Η Λίαντριν παραλίγο να τη χτυπήσει με τη Δύναμη. Παραλίγο. Αλλά η Γκύλντιν δεν ήξερε ότι οι γυναίκες αυτές ήταν Άες Σεντάι. Πόσα είχε ακούσει; Τίποτα το σημαντικό. «Θα πας στο μάγειρα», είπε με ψυχρή οργή στη φωνή της, «και θα του πεις να σε δείρει με το λουρί. Δυνατά! Και δεν θα βάλεις μπουκιά στο στόμα αν δεν γίνει το μέρος λαμπίκο». Πάλι. Αυτή η γυναίκα την είχε κάνει πάλι να μιλήσει σαν το λαουτζίκο.

Η Μάριλιν άγγιξε με τη μύτη της τη μουσούδα της γάτας και έδωσε το ζώο στην Γκύλντιν. «Όταν τελειώσει με σένα ο μάγειρας, δώσε στο γατούλη μου ένα πιατάκι κρέμα. Και λίγο από εκείνο το ωραίο αρνάκι. Κόψ' του το ψιλό· του καημενούλη, δεν του έμειναν πολλά δόντια». Η Γκύλντιν την κοίταξε έντονα. «Είναι κάτι που δεν κατάλαβες;» πρόσθεσε η Μάριλιν.

«Κατάλαβα». Η Γκύλντιν, είχε σφίξει το στόμα. Ίσως στο τέλος να καταλάβαινε· ήταν υπηρέτρια, δεν ήταν ίση τους.

Η Λίαντριν περίμενε μια στιγμή όταν έφυγε η γυναίκα με το γατάκι αγκαλιά και ύστερα άνοιξε απότομα μια πόρτα. Η αίθουσα της εισόδου ήταν άδεια. Η Γκύλντιν δεν κρυφάκουγε. Η Λίαντριν δεν την εμπιστευόταν. Αλλά βέβαια δεν υπήρχε και κανένας που να εμπιστεύεται.

«Πρέπει να μας απασχολήσουν αυτά που μας απασχολούν», είπε με σφιγμένη φωνή, καθώς έκλεινε την πόρτα. «Έλντριθ, βρήκες κανένα στοιχείο σ' αυτές τις σελίδες; Έλντριθ;»

Η παχουλή γυναίκα τινάχτηκε έκπληκτη και μετά τις κοίταξε ανοιγοκλείνοντας τα μάτια. Ήταν η πρώτη φορά που σήκωνε το κεφάλι από το διαλυμένο, κίτρινο χειρόγραφο· έδειξε να ξαφνιάζεται βλέποντας τη Λίαντριν. «Τι; Στοιχείο; Α! Όχι. Είναι δύσκολο να μπει κανείς στη Βιβλιοθήκη του Βασιλιά· αν έπαιρνα έστω και μια σελίδα, οι βιβλιοθηκάριοι θα το καταλάβαιναν αμέσως. Αλλά αν τους ξεφορτωθώ, δεν θα μπορώ να βρω τίποτα. Το μέρος είναι σωστός λαβύρινθος. Όχι, αυτό το βρήκα σε ένα βιβλιοπώλη κοντά στο Παλάτι του Βασιλιά. Είναι μια ενδιαφέρουσα πραγματεία για το—»