Η Λίαντριν αγκάλιασε το σαϊντάρ και σκόρπισε τις σελίδες στο πάτωμα. «Αν δεν είναι πραγματεία για το πώς να ελέγξουμε τον Ραντ αλ'Θόρ, ας καεί! Τι έμαθες γι' αυτό που αναζητούμε;»
Η Έλντριθ κοίταξε τις σκόρπιες σελίδες ανοιγοκλείνοντας τα μάτια. «Να, είναι στο Παλάτι της Πανάρχισσας».
«Αυτό το έμαθες πριν από δυο μέρες».
«Και πρέπει να είναι τερ'ανγκριάλ. Το να ελέγξεις κάποιον που διαβιβάζει απαιτεί τη Δύναμη και εφόσον είναι εξειδικευμένη η χρήση της, αυτό σημαίνει ότι χρειαζόμαστε τερ'ανγκριάλ. Θα το βρούμε στην αίθουσα των εκθέσεων, ή ίσως στη συλλογή της Πανάρχισσας».
«Κάτι καινούριο, Έλντριθ». Η Λίαντριν πάσχισε και έκανε τη φωνή της να ηχήσει λιγότερο στριγκή. «Βρήκες τίποτα καινούριο; Οτιδήποτε;»
Η στρογγυλοπρόσωπη γυναίκα ανοιγόκλεισε τα μάτια αβέβαια. «Για να πω την αλήθεια... Όχι».
«Δεν έχει σημασία», είπε η Μάριλιν. «Σε λίγες μέρες, όταν θα έχουν ενθρονίσει την πολυαγαπημένη τους Πανάρχισσα, θα αρχίσουμε την έρευνα και θα το βρούμε, ακόμα κι αν χρειαστεί να ψάξουμε και το τελευταίο καντηλέρι. Είμαστε πολύ κοντά, Λίαντριν. Θα δέσουμε τον Ραντ αλ'Θόρ μ' ένα λουρί και θα τον μάθουμε να κάθεται και να κάνει τούμπες».
«Α, ναι», είπε η Έλντριθ χαμογελώντας ευτυχισμένα. «Με λουρί».
Η Λίαντριν έλπισε να γίνει έτσι. Είχε βαρεθεί να περιμένει, είχε βαρεθεί να κρύβεται. Ήθελε να την μάθει ολόκληρος ο κόσμος. Να γονατίσουν οι άνθρωποι, όπως έλεγε η υπόσχεση που της είχε δοθεί όταν είχε εγκαταλείψει τους παλιούς όρκους για τους καινούριους.
Η Εγκήνιν κατάλαβε ότι δεν ήταν μόνη, αμέσως μόλις μπήκε από την πόρτα της κουζίνας στο μικρό σπίτι της, όμως πέταξε απρόσεχτα τη μάσκα και την τσάντα από γιούτα στο τραπέζι και πλησίασε έναν κουβά νερό, που ήταν πλάι στο τούβλινο τζάκι. Καθώς έσκυβε για να πάρει τη χάλκινη κουτάλα, το δεξί της χέρι χώθηκε σε ένα άνοιγμα πίσω από τον κουβά, στο σημείο που είχε βγάλει δύο τούβλα· σηκώθηκε και γύρισε από την άλλη, κρατώντας μια μικρή βαλλίστρα στο χέρι. Είχε μήκος μόλις τριάντα πόντους, είχε μικρή δύναμη και βεληνεκές, αλλά την είχε πάντα με ένα βέλος στην τεντωμένη χορδή, του οποίου ο σκούρος λεκές στη μυτερή, ατσάλινη αιχμή μπορούσε να σε σκοτώσει μέσα σε μια στιγμή.
Ο άντρας, που έγερνε ανέμελα στη γωνία, δεν έδειξε να αντιλαμβάνεται τη βαλλίστρα. Είχε ανοιχτόχρωμα μαλλιά και γαλανά μάτια, ήταν μεσήλικας και ομορφούλης, αν και πολύ λιγνός για τα γούστα της. Προφανώς την είχε δει να διασχίζει τη στενή αυλή από το παράθυρο με τα σιδερένια κάγκελα. «Νομίζεις ότι σε απειλώ;» της είπε ύστερα από μια στιγμή.
Εκείνη αναγνώρισε τη γνώριμη προφορά της πατρίδας, αλλά δεν κατέβασε τη βαλλίστρα. «Ποιος είσαι;»
Για απάντηση, εκείνος έχωσε δύο δάχτυλα στο θύλακο της ζώνης του —τελικά μπορούσε να δει― και έβγαλε κάτι μικρό και επίπεδο. Του έκανε νόημα να το αφήσει στο τραπέζι και να κάνει πίσω.
Όταν αυτός ξαναβρέθηκε στη γωνία του, μόνο τότε πλησίασε αυτή και πήρε το αντικείμενο. Χωρίς να στρέψει αλλού το βλέμμα ή τη βαλλίστρα, το ύψωσε για να το κοιτάξει. Ήταν μια μικρή, φιλντισένια πλάκα με χρυσό περίγραμμα, στην οποία ήταν χαραγμένο ένα κοράκι και ένας πύργος. Τα μάτια του κορακιού ήταν από μαύρα ζαφείρια. Ένα κοράκι, σύμβολο της αυτοκρατορικής οικογένειας· ο Πύργος των Κορακιών, σύμβολο της αυτοκρατορικής δικαιοσύνης.
«Κανονικά αυτό θα αρκούσε», του είπε, «αλλά είμαστε μακριά από τη Σωντσάν, σε μια γη όπου το παράδοξο είναι σχεδόν καθημερινό. Τι άλλη απόδειξη μπορείς να μου δώσεις;»
Εκείνος χαμογελώντας σιωπηλά, σαν να το έβρισκε αστείο, έβγαλε το σακάκι, έλυσε τα κορδόνια του πουκάμισού του και γδύθηκε από τη μέση και πάνω. Σε κάθε ώμο είχε ένα τατουάζ που έδειχνε το κοράκι και τον πύργο.
Οι περισσότεροι Αναζητητές της Αλήθειας είχαν και τα κοράκια και τον πύργο, όμως ακόμα και αν κάποιος τολμούσε να κλέψει την πλάκα ενός Αναζητητή, δεν θα σημάδευε έτσι το σώμα του. Το να φοράς τα κοράκια σήμαινε ότι ήσουν ιδιοκτησία της αυτοκρατορικής οικογένειας. Υπήρχε μια παλιά ιστορία για ένα ανόητο αρχοντόπουλο και μια αρχοντοπούλα, που είχαν κάνει το τατουάζ μεθυσμένοι, πριν από περίπου τριακόσια χρόνια. Όταν το έμαθε η τότε Αυτοκράτειρα, τους έφερε στην Αυλή των Εννέα Φεγγαριών και τους έβαλε να σφουγγαρίζουν τα πατώματα. Αυτός εδώ μπορεί να ήταν κάποιος απόγονός τους. Το σημάδι του κορακιού ήταν μόνιμο.