Выбрать главу

«Ζητώ συγνώμη, Αναζητητή», του είπε αφήνοντας κάτω τη βαλλίστρα. «Τι κάνεις εδώ;» Δεν τον ρώτησε το όνομά του· το όνομα που θα της έδινε μπορεί να ήταν δικό του, μπορεί και όχι.

Αυτός την άφησε να κρατά την πλάκα, ενώ ξαναντυνόταν με την άνεσή του. Μια διακριτική υπενθύμιση. Αυτή ήταν καπετάνισσα πλοίου κι αυτός ιδιοκτησία, μα ήταν επίσης και Αναζητητής· σύμφωνα με το νόμο, μπορούσε να βάλει να την ανακρίνουν, έχοντας ο ίδιος την εξουσία για κάτι τέτοιο. Κατά το νόμο, είχε δικαίωμα να τη στείλει έξω, να αγοράσει το σκοινί που θα την έδενε ενώ θα την ανέκρινε εκεί πέρα και προσδοκούσε απ' αυτή να επιστρέψει μ' αυτό. Να το σκάσεις από έναν Αναζητητή ήταν έγκλημα. Να αρνηθείς να συνεργαστείς με έναν Αναζητητή ήταν έγκλημα. Ποτέ στη ζωή της δεν είχε περάσει από το νου της να εγκληματήσει, όπως και δεν της είχε περάσει από το νου να προδώσει τον Κρυστάλλινο Θρόνο. Αλλά αν της έκανε λάθος ερωτήσεις, αν απαιτούσε λάθος απαντήσεις... Η βαλλίστρα ήταν ακόμα κοντά και το Καντόριν μακριά. Τρελές σκέψεις. Επικίνδυνες σκέψεις.

«Υπηρετώ την Υψηλή Αρχόντισσα Σούροθ και το Κορίν, για την Αυτοκράτειρα», της είπε. «Ελέγχω την πρόοδο των πρακτόρων που έχει τοποθετήσει σ' αυτές τις χώρες η Υψηλή Αρχόντισσα».

Έλεγχε; Τι να ελεγχθεί, και μάλιστα από έναν Αναζητητή; «Δεν άκουσα τίποτα γι' αυτό από τα πλοία των αγγελιοφόρων». Το χαμόγελό του πλάτυνε και αυτή αναψοκοκκίνισε. Φυσικά, τα πληρώματα δεν θα μιλούσαν για έναν Αναζητητή. Αλλά της απάντησε, ενώ έδενε τα κορδόνια του πουκάμισου του.

«Τα ταξίδια μου δεν πρέπει να θέσουν σε κίνδυνο τα πλοία των αγγελιοφόρων. Μετακινούμαι με τα πλοία ενός ντόπιου λαθρέμπορου, κάποιου ονόματι Μπέυλ Ντόμον. Τα πλοία του πιάνουν παντού στο Τάραμπον και το Άραντ Ντόμαν, καθώς και στα ενδιάμεσα μέρη».

«Ακουστά τον έχω», είπε γαλήνια αυτή. «Είναι όλα εντάξει;»

«Τώρα, ναι. Χαίρομαι που τουλάχιστον εσύ κατάλαβες σωστά τις οδηγίες. Από τους άλλους, μόνο οι Αναζητητές τις κατάλαβαν. Είναι λυπηρό που δεν υπάρχουν κι άλλοι Αναζητητές μεταξύ των Χαϊλέν». Έσιαξε το σακάκι στους ώμους του και πήρε την πλάκα από το χέρι της. «Η επιστροφή των λιποτακτών σουλ'ντάμ είναι ένα θέμα που έχει προκαλέσει αρκετή αμηχανία. Η λιποταξία τους δεν πρέπει να γίνει κοινή γνώση. Είναι προτιμότερο να εξαφανιστούν».

Ο μόνος λόγος που κατάφερε να κρατήσει το πρόσωπό της γαλήνιο, ήταν επειδή είχε κάποιο χρόνο για να σκεφτεί. Της είχαν πει ότι στην πανωλεθρία του Φάλμε κάποιες σουλ'ντάμ είχαν μείνει πίσω. Πιθανόν κάποιες να είχαν λιποτακτήσει. Η εντολή που ι ης είχε δοθεί, την οποία είχε μεταφέρει αυτοπροσώπως η Υψηλή Αρχόντισσα Σούροθ, ήταν να επιστρέψει πίσω όποιες έβρισκε, είτε ήθελαν να γυρίσουν, είτε όχι, και αν δεν ήταν δυνατό αυτό, τότε να τις ξεφορτωθεί. Το τελευταίο έμοιαζε να είναι μόνο η ύστατη εναλλακτική λύση. Ως τώρα.

«Δυστυχώς, αυτές οι χώρες δεν ξέρουν το καφ», είπε ενώ καθόταν σε μια καρέκλα στο τραπέζι. «Ακόμα και στο Καντόριν, μόνο το Λίμα έχει ακόμα καφ. Τουλάχιστον έτσι ήταν όταν έφυγα. Ίσως να έχουν φτάσει έκτοτε πλοία με προμήθειες από τη Σωντσάν. Θα αρκεστώ στο τσάι. Φτιάξε μου τσάι».

Παραλίγο να τον πετάξει από την καρέκλα του. Ο άνθρωπος ήταν ιδιοκτησία. Και Αναζητητής. Του έκανε τσάι. Στάθηκε όρθια δίπλα στην καρέκλα του με την τσαγιέρα για να του γεμίζει το φλιτζάνι. Ξαφνιάστηκε που δεν της ζήτησε να βάλει πέπλο και να χορέψει στο τραπέζι.

Στο τέλος της επιτράπηκε να καθίσει, αφού πρώτα έφερε πένα, μελάνι και χαρτί, αλλά μόνο για να σχεδιάσει χάρτες του Τάντσικο και της άμυνάς του, καθώς και για να ζωγραφίσει κάθε άλλη πόλη και χωριό για το οποίο ήξερε το παραμικρό. Κατέγραψε τις διάφορες δυνάμεις στο πεδίο της μάχης, όσα γνώριζε για τον αριθμό της καθεμιάς και ποιους ακολουθούσαν, καθώς και τι είχε συμπεράνει για τη μελλοντική δράση τους.

Όταν τελείωσε, ο άλλος τα έχωσε όλα στην τσέπη του, της είπε να στείλει με το επόμενο πλοίο των αγγελιοφόρων αυτό που είχε μέσα η τσάντα από γιούτα και έφυγε με ένα κεφάτο χαμόγελο, λέγοντας ότι σε μερικές βδομάδες ίσως να ξαναρχόταν για να ελέγξει την πρόοδό της.

Αυτή κάθισε εκεί αρκετή ώρα, όταν εκείνος έφυγε. Όλοι οι χάρτες που είχε ζωγραφίσει, όλοι οι κατάλογοι που είχε κάνει, ήταν στοιχεία τα οποία είχε ήδη στείλει από καιρό με τους αγγελιοφόρους. Το ότι την είχε βάλει να τα ξανακάνει μπροστά στα μάτια του ίσως να ήταν μια τιμωρία, επειδή τον είχε αναγκάσει να της δείξει τα τατουάζ του. Οι Φρουροί της Θανατοφυλακής επεδείκνυαν τα κοράκια τους· οι Αναζητητές το έκαναν σπανίως. Μπορεί να ήταν αυτός ο λόγος. Τουλάχιστον ο Αναζητητής δεν είχε κατέβει στο υπόγειο πριν φτάσει η Εγκήνιν σπίτι της. Ή μήπως είχε κατέβει; Μήπως απλώς την είχε αφήσει να μιλήσει από μόνη της;