Η γερή, σιδερένια κλειδαριά κρεμόταν φαινομενικά άθικτη στην πόρτα του διαδρόμου μετά τη κουζίνα, όμως έλεγαν ότι οι Αναζητητές ήξεραν να ανοίγουν κλειδαριές χωρίς κλειδιά. Έβγαλε το κλειδί από το θύλακο της, άνοιξε την κλειδαριά και κατέβηκε τη στενή σκάλα.
Μια λάμπα σ' ένα ράφι φώτιζε το υπόγειο με το χωμάτινο πάτωμα. Ήταν μονάχα τέσσερις τούβλινοι τοίχοι, που δεν είχαν απολύτως τίποτα που θα μπορούσε να βοηθήσει κάποιον να δραπετεύσει. Στον αέρα πλανιόταν η μυρωδιά του κουβά για τις ακαθαρσίες. Απέναντι από τη λάμπα, μια γυναίκα με βρώμικο φόρεμα καθόταν αποθαρρυμένα σε μερικές τραχιές, μάλλινες κουβέρτες. Σήκωσε το κεφάλι όταν άκουσε τα βήματα της Εγκήνιν και τα μαύρα μάτια της ήταν γεμάτα φόβο και ικεσία. Ήταν η πρώτη σουλ'ντάμ που είχε βρει η Εγκήνιν. Η πρώτη, η μόνη. Η Εγκήνιν σχεδόν είχε σταματήσει να ψάχνει αφότου είχε βρει την Μπέθαμιν. Και από τότε η Μπέθαμιν ήταν στο υπόγειο, ενώ τα πλοία των αγγελιοφόρων έρχονταν και έφευγαν.
«Κατέβηκε κανείς εδώ;» είπε η Εγκήνιν.
«Όχι. Άκουσα βήματα πάνω, αλλά... Όχι». Η Μπέθαμιν άπλωσε τα χέρια. «Σε παρακαλώ, Εγκήνιν. Πρόκειται για λάθος. Δέκα χρόνια με ξέρεις. Βγάλε μου αυτό το πράγμα».
Ένα ασημένιο περιλαίμιο κύκλωνε το λαιμό της, με ένα χοντρό, ασημένιο λουρί, που το σύνδεε με ένα βραχιόλι από το ίδιο μέταλλο, το οποίο ήταν κρεμασμένο σε ένα καρφί περίπου ένα μέτρο πιο πάνω από το κεφάλι της. Είχε γίνει σχεδόν τυχαία, της το είχε φορέσει μόνο για να τη δέσει για λίγες στιγμές. Και τότε η Μπέθαμιν είχε ρίξει κάτω την Εγκήνιν και είχε προσπαθήσει να το σκάσει τρέχοντας.
«Αν μου το φέρεις, θα το βγάλω», είπε θυμωμένη η Εγκήνιν. Ήταν θυμωμένη με πολλά πράγματα, όχι με την Μπέθαμιν. «Φέρε μου εδώ το α'ντάμ και θα σου το βγάλω».
Η Μπέθαμιν ανατρίχιασε, άφησε τα χέρια της να πέσουν. «Είναι λάθος», ψιθύρισε. «Ένα φρικτό λάθος». Αλλά δεν έκανε να πλησιάσει το βραχιόλι. Η πρώτη της απόπειρα να διαφύγει είχε ως αποτέλεσμα να πέσει στο πάτωμα του ισογείου σφαδάζοντας, με φοβερή ναυτία, ενώ η Εγκήνιν είχε μείνει ζαλισμένη.
Οι σουλ'ντάμ έλεγχαν τις νταμέην, τις γυναίκες που διαβίβαζαν, μέσω του α'ντάμ. Αυτές που μπορούσαν να διαβιβάζουν ήταν οι νταμέην, όχι οι σουλ'ντάμ. Όμως το α'ντάμ μπορούσε να ελέγξει μόνο τις γυναίκες που μπορούσαν να διαβιβάζουν. Καμία άλλη γυναίκα κι όχι τους άντρες —οι νεαροί που είχαν αυτή την ικανότητα εκτελούνταν, φυσικά― αλλά μόνο τις γυναίκες που μπορούσαν να διαβιβάζουν. Η γυναίκα που είχε αυτή την ικανότητα και φορούσε το περιλαίμιο δεν μπορούσε να μετακινηθεί πάνω από μερικά βήματα χωρίς να είναι το βραχιόλι στο χέρι μιας σουλ'ντάμ για να ολοκληρωθεί ο δεσμός.
Η Εγκήνιν ένιωθε κατάκοπη καθώς ανέβαινε τη σκάλα και κλείδωνε ξανά την πόρτα. Ήθελε κι αυτή λίγο τσάι, όμως το λίγο που είχε αφήσει ο Αναζητητής είχε κρυώσει και δεν είχε διάθεση να βράσει άλλο. Αντί γι' αυτό, κάθισε κάτω και τράβηξε το α'ντάμ από την τσάντα από γιούτα. Γι' αυτήν, ήταν μόνο ένα καλοφτιαγμένο, αρθρωτό, ασημένιο αντικείμενο· δεν μπορούσε να το χρησιμοποιήσει και δεν θα της έκανε κακό, εκτός αν κάποιος τη χτυπούσε μ' αυτό.
Έστω και αυτή η συσχέτιση που έκανε ανάμεσα στον εαυτό της και το α'ντάμ, αρνούμενη την ικανότητά του να την ελέγχει, αρκούσε για να της φέρει ένα ρίγος στη ραχοκοκαλιά. Οι γυναίκες που μπορούσαν να διαβιβάζουν ήταν επικίνδυνα ζώα κι όχι άνθρωποι. Αυτές είχαν Τσακίσει τον Κόσμο. Έπρεπε να ελέγχονται, αλλιώς θα έκαναν τους πάντες ιδιοκτησία τους. Έτσι την είχαν διδάξει, αυτά διδάσκονταν στη Σωντσάν χίλια χρόνια τώρα. Ήταν παράξενο που εδώ δεν φαινόταν να έχει συμβεί κάτι τέτοιο. Όχι. Ήταν επικίνδυνη, ανόητη αυτή η σκέψη.
Έχωσε το α'ντάμ στην τσάντα και μάζεψε την τσαγιέρα και τα υπόλοιπα, για να καθαρίσει το μυαλό της. Της άρεσε η τάξη και ένιωσε μια μικρή ικανοποίηση τακτοποιώντας την κουζίνα. Πριν το καταλάβει, είχε βάλει να βράσει τσάι για να πιει. Δεν ήθελε να σκέφτεται την Μπέθαμιν· ήταν κι αυτό, επίσης, επικίνδυνο και ανόητο. Κάθισε στο τραπέζι και έβαλε μέλι σε ένα φλιτζάνι τσάι, που το είχε κάνει όσο δυνατότερο μπορούσε. Δεν ήταν καφ, αλλά πινόταν.
Παρά τις αρνήσεις της, παρά τις ικεσίες της, η Μπέθαμιν μπορούσε να διαβιβάσει. Μπορούσαν άραγε και άλλες σουλ'ντάμ; Αυτός ήταν ο λόγος που η Υψηλή Αρχόντισσα Σούροθ ήθελε να σκοτωθούν εκείνες που είχαν απομείνει στο Φάλμε; Ήταν αδιανόητο. Ήταν αδύνατο. Οι ετήσιες δοκιμές σε κάθε άκρη της Σωντσάν έβρισκαν όλες τις κοπέλες που είχαν τη σπίθα της διαβίβασης μέσα τους: τις έσβηναν από τους καταλόγους των πολιτών, τις έπαιρναν για να γίνουν νταμέην και τους φορούσαν το περιλαίμιο. Οι ίδιες δοκιμές έβρισκαν και τις κοπέλες που θα μάθαιναν να φορούν το βραχιόλι των σουλ'ντάμ. Καμία γυναίκα δεν ξέφευγε και δοκιμαζόταν κάθε χρόνο, μέχρι να φτάσει στην ηλικία που θα είχε αρχίσει να διαβιβάζει, αν υπήρχε η σπίθα μέσα της. Πώς θα μπορούσε έστω και μία κοπέλα να θεωρηθεί σουλ'ντάμ τη στιγμή που ήταν νταμέην; Αλλά η Μπέθαμιν ήταν στο υπόγειο και το α'ντάμ την κρατούσε σαν άγκυρα.