Выбрать главу

Ένα ήταν βέβαιο. Οι πιθανότητες που ανοίγονταν εδώ ήταν δυνητικά θανάσιμες. Αυτό το θέμα αφορούσε το Αίμα και τους Αναζητητές. Ίσως ακόμα και τον Κρυστάλλινο Θρόνο. Άραγε η Υψηλή Αρχόντισσα Σούροθ θα τολμούσε να κρύψει μια τέτοια γνώση από την Αυτοκράτειρα; Σ' αυτούς τους κύκλους, μια απλή καπετάνισσα πλοίου μπορούσε να πεθάνει ουρλιάζοντας, απλώς και μόνο αν λοξοκοίταζε κάποιον, ή μπορεί να γινόταν ιδιοκτησία κάποιου από καπρίτσιο. Έπρεπε να μάθει κι άλλα, για να έχει έστω και μια ελπίδα να γλιτώσει από το Θάνατο των Δέκα Χιλιάδων Πληγών. Κατ' αρχάς, αυτό σήμαινε ότι έπρεπε να ξοδέψει κι άλλα χρήματα στον Γκελμπ και τους άλλους γλοιώδεις του σιναφιού του, για να βρει κι άλλες σουλ'ντάμ και να δει αν τις κρατούσε το α'ντάμ. Ύστερα απ' αυτό... Ύστερα απ' αυτό θα καθόταν στην πλώρη και θα αρμένιζε σε αχαρτογράφητες ξέρες χωρίς σκοπό.

Αγγίζοντας τη βαλλίστρα, που ήταν ακόμα εκεί με το θανατηφόρο βέλος της, συνειδητοποίησε ότι και κάτι άλλο ήταν βέβαιο. Δεν θα άφηνε τους Αναζητητές να τη σκοτώσουν. Δεν θα έκανε τέτοιο πράγμα η Υψηλή Αρχόντισσα Σούροθ με μόνο λόγο να κρατήσει ένα μυστικό. Ίσως για κανένα λόγο. Ήταν μια σκέψη ανατριχιαστικά όμοια με προδοσία, όμως δεν έλεγε να φύγει.

39

Ένα Κύπελλο Κρασί

Όταν η Ηλαίην ανέβηκε στο κατάστρωμα με τα πράγματά της προσεκτικά τακτοποιημένα σ' ένα δέμα, ο ήλιος που βασίλευε μόλις άγγιζε το νερό πέρα από την είσοδο του λιμανιού του Τάντσικο. Οι λιμενεργάτες έδεναν τους χοντρούς κάβους για να ασφαλιστεί ο Κυματοχορευτής στη γεμάτη πλοία προβλήτα, τη μία από τις πολλές που υπήρχαν εδώ, στη δυτικότερη χερσόνησο της πόλης. Κάποιοι ναύτες κατέβαζαν τα τελευταία πανιά. Πέρα από τις μακριές αποβάθρες η πόλη σκαρφάλωνε στους λόφους, αστραφτερά λευκή, με θόλους και πυργίσκους, με γυαλισμένους ανεμοδείκτες που λαμπύριζαν. Περίπου ένα μίλι πιο πέρα, προς το βορρά, διέκρινε ψηλά, στρογγυλά τείχη· αν θυμόταν καλά, ήταν ο Μεγάλος Κύκλος.

Κρέμασε το δέμα στον ίδιο ώμο που είχε και το δερμάτινο δισάκι της και πλησίασε τη Νυνάβε, που στεκόταν πλάι στη σανιδόσκαλα μαζί με την Κόινε και την Τζόριν. Της φαινόταν παράξενο που ξανάβλεπε τις δύο αδελφές ντυμένες πάλι, να φοράνε λαμπερές, μπροκάρ μπλούζες ασορτί με τα φαρδιά παντελόνια τους. Τα δαχτυλίδια, ακόμα και τους κρίκους στη μύτη, τα είχε συνηθίσει και τώρα η χρυσή αλυσιδίτσα που κρεμόταν στα ηλιοψημένα μάγουλά τους δεν την έκανε σχεδόν καθόλου να μορφάζει πια.

Ο Θομ και ο Τζούιλιν Σάνταρ στέκονταν κατά μέρος με τα μπογαλάκια τους κι αυτοί, μοιάζοντας κάπως μουτρωμένοι. Η Νυνάβε είχε δίκιο. Είχαν προσπαθήσει να τις μεταπείσουν, ξεκινώντας από τότε που τους είχε αποκαλυφθεί ο πραγματικός σκοπός του ταξιδιού, ή ένα μέρος του, πριν από δυο μέρες. Κανείς τους δεν έδειχνε να πιστεύει ότι δύο νεαρές γυναίκες ήταν ικανές -ικανές!― να αναζητήσουν το Μαύρο Άτζα. Η Νυνάβε τους είχε απειλήσει ότι θα τους έβαζε σε άλλο πλοίο των Θαλασσινών, το οποίο πήγαινε στην αντίθετη κατεύθυνση, κι αυτό ήταν το τέλος των διαφωνιών τους. Αυτό, συν το γεγονός ότι ο Τόραμ και καμιά δεκαριά ναύτες είχαν μαζευτεί εκεί και ήταν έτοιμοι να τους βάλουν στις βάρκες για να τους πάνε στο άλλο πλοίο. Η Ηλαίην τώρα τους κοίταξε ερωτηματικά. Τα μούτρα σήμαιναν ανταρσία· δεν είχαν τελειώσει οι μπελάδες μ' αυτούς τους δύο.

«Πού θα πας τώρα, Κόινε;» ρωτούσε η Νυνάβε τη στιγμή που έφτανε εκεί η Ηλαίην.

«Στο Νταντόρα και τα Άιλε Τζαφάρ», αποκρίθηκε η Κυρά των Πανιών, «κι από κει στο Καντόριν και τα Άιλε Σομίρα, για να διαδώσω το νέο για τον Κόραμουρ, αν είναι θέλημα Φωτός. Αλλά πρέπει να αφήσω τον Τόραμ να εμπορευτεί εδώ, αλλιώς θα σκάσει».

Ο σύζυγός της τώρα ήταν κάτω, στην αποβάθρα, χωρίς τον παράξενο φακό του με το συρμάτινο σκελετό, με το στήθος γυμνό και τα σκουλαρίκια βγαλμένα, μιλώντας απορροφημένος με άντρες που φορούσαν φαρδιά, λευκά παντελόνια και σακάκια με κεντημένα σπειροειδή σχέδια στους ώμους. Φορούσαν σκούρα, κυλινδρικά καπέλα και διάφανα πέπλα στο πρόσωπο. Τα πέπλα έμοιαζαν γελοία, ειδικά σε άντρες με παχιά μουστάκια.