«Το Φως να δώσει να έχεις καλό ταξίδι», είπε η Νυνάβε παίρνοντας στην πλάτη τα πράγματά της. «Αν πριν σαλπάρετε ανακαλύψουμε ότι υπάρχει κίνδυνος εδώ, θα στείλουμε μήνυμα». Η Κόινε και η αδελφή της έδειχναν εξαιρετικά ήρεμες. Δεν τις πτοούσε το Μαύρο Άτζα· το σημαντικό ήταν ο Κόραμουρ, ο Ραντ.
Η Τζόριν φίλησε τα ακροδάχτυλά της και τα πίεσε στα χείλη της Ηλαίην. «Αν είναι θέλημα Φωτός, θα ξανανταμώσουμε».
«Αν είναι θέλημα Φωτός», αποκρίθηκε η Ηλαίην, ανταποδίδοντας τη χειρονομία. Ένιωθε παράξενα, αλλά ήταν χειρονομία που έδειχνε τιμή και τη χρησιμοποιούσαν μόνο μεταξύ στενών συγγενών ή εραστών. Θα της έλειπε η Θαλασσινή. Είχε μάθει πολλά απ' αυτήν και η Ηλαίην της είχε διδάξει επίσης μερικά. Η Τζόριν τώρα ήξερε να υφαίνει τη Φωτιά πολύ καλύτερα.
Όταν κατέβηκαν τη σανιδόσκαλα, η Νυνάβε άφησε ένα στεναγμό ανακούφισης. Η Τζόριν είχε ετοιμάσει ένα λαδερό ποτό, που της είχε καταπραΰνει το στομάχι έπειτα από δυο μέρες στη θάλασσα, αλλά συνέχιζε να μισοκλείνει τα μάτια και να σφίγγει το στόμα, μέχρι που φάνηκε το Τάντσικο.
Οι δύο άντρες στάθηκαν αμέσως στο πλευρό τους, δεξιά κι αριστερά τους, χωρίς να αρχίσουν τις διαταγές. Ο Τζούιλιν ξεκίνησε πρώτος με τον μπόγο του στην πλάτη, κρατώντας και με τα δύο χέρια το ανοιχτόχρωμο, λεπτό ραβδί του, ενώ τα μαύρα μάτια του ήταν σε επιφυλακή. Ο Θομ έμεινε οπισθοφυλακή και με κάποιον τρόπο κατάφερνε να φαίνεται επικίνδυνος, παρά τα άσπρα μαλλιά, το χωλό του βάδισμα και το μανδύα βάρδου.
Η Νυνάβε σούφρωσε για μια στιγμή τα χείλη, αλλά δεν είπε τίποτα και η Ηλαίην το βρήκε σοφό. Πριν κάνουν πενήντα βήματα στη μακριά, πέτρινη αποβάθρα, είχε δει ίσο αριθμό αντρών με στενεμένα μάτια και πεινασμένες εκφράσεις να τις περιεργάζονται, ενώ υπήρχαν Ταντσικανοί και άλλοι που κουβαλούσαν κιβώτια, δεμάτια και σακιά στο μόλο. Υποψιαζόταν ότι καθένας από αυτούς θα ήταν πρόθυμος να της κόψει το λαιμό, πιστεύοντας ότι το μεταξωτό φόρεμα θα σήμαινε χρήματα στο πουγκί της. Δεν τη φόβιζαν· ήταν σίγουρη ότι μπορούσε να κάνει καλά δυο-τρεις μαζί. Αλλά η ίδια και η Νυνάβε είχαν τα δαχτυλίδια με το Μεγάλο Ερπετό στους θύλακές τους και άδικα θα ισχυρίζονταν ότι δεν είχαν σχέση με το Λευκό Πύργο, αν διαβίβαζε μπροστά σε εκατό ανθρώπους. Καλύτερα να έδειχναν αγριωποί ο Τζούιλιν και ο Θομ. Δεν θα έλεγε όχι αν είχε άλλους δέκα σαν αυτούς.
Ξαφνικά ακούστηκε ένα μουγκρητό από το κατάστρωμα ενός μικρού πλοίου. «Εσείς! Σίγουρα είστε εσείς!» Ένας παχουλός, στρογγυλοπρόσωπος άντρας με πράσινο, μεταξωτό σακάκι πήδηξε στην αποβάθρα και στάθηκε κοιτώντας την Ηλαίην και τη Νυνάβε χωρίς να δίνει σημασία στον Τζούιλιν, που είχε σηκώσει το ραβδί του. Είχε γένι χωρίς μουστάκι, κάτι που έδειχνε ότι ήταν Ιλιανός, όπως και η προφορά του. Κάτι της θύμιζε.
«Αφέντη Ντόμον;» είπε η Νυνάβε έπειτα από μια στιγμή, τραβώντας απότομα την πλεξούδα της. «Μπέυλ Ντόμον;»
Εκείνος ένευσε. «Μάλιστα. Δεν φανταζόμουν ότι θα σας ξαναδώ στα μάτια μου. Περίμενα... περίμενα όσο μπόρεσα στο Φάλμε, αλλά ήρθε η ώρα που είτε θα σαλπάριζα, είτε θα έβλεπα το πλοίο μου στις φλόγες».
Τώρα η Ηλαίην τον γνώρισε. Είχε συμφωνήσει να τις πάρει από το Φάλμε, όμως η πόλη είχε βυθιστεί στο χάος πριν προλάβουν να φτάσουν στο σκάφος του. Το σακάκι έλεγε ότι οι δουλειές πήγαιναν καλά.
«Χαρά μας που σε ξαναβλέπουμε», είπε ψυχρά η Νυνάβε, «αλλά, μας συγχωρείς, πρέπει να βρούμε δωμάτια στην πόλη».
«Θα είναι δύσκολο. Το Τάντσικο κοντεύει να ξεχειλίσει. Ξέρω, όμως, ένα μέρος που ίσως να περνά ο λόγος μου. Δεν μπορούσα να μείνω παραπάνω στο Φάλμε, αλλά νιώθω ότι σας έχω κάποιο χρέος». Ο Ντόμον κοντοστάθηκε και έσμιξε τα φρύδια με μια ξαφνική έκφραση ανησυχίας. «Τώρα είστε εδώ. Αυτό σημαίνει ότι θα γίνουν τα ίδια με το Φάλμε;»
«Όχι, αφέντη Ντόμον», είπε η Ηλαίην όταν η Νυνάβε δίστασε. «Και βέβαια όχι. Και μετά χαράς θα δεχτούμε τη βοήθειά σου».
Σχεδόν περίμενε κάποια διαμαρτυρία από τη Νυνάβε, όμως εκείνη απλώς ένευσε συλλογισμένα και σύστησε τους άντρες μεταξύ τους. Ο Ντόμον σήκωσε τα φρύδια βλέποντας το μανδύα του Θομ, όμως τα έσμιξε βλέποντας τα Δακρινά ρούχα του Τζούιλιν, ο οποίος του ανταπέδωσε την έκφραση. Εντούτοις, κανείς από τους δύο δεν είπε τίποτα· μάλλον θα μπορούσαν να αφήσουν την έχθρα μεταξύ του Δακρύου και του Ίλιαν έξω από το Τάντσικο. Αν δεν μπορούσαν, θα τους έλεγε δυο σοβαρά λογάκια.
Ο Ντόμον τους είπε αυτά που του είχαν συμβεί μετά το Φάλμε, καθώς τους συνόδευε στην αποβάθρα, και πραγματικά τα είχε πάει καλά. «Δώδεκα καλά παράκτια πλοία, για τα οποία ξέρουν οι εφοριακοί της Πανάρχισσας», γέλασε, «και τέσσερα του ανοιχτού πελάγους, που δεν τα ξέρουν».
Αποκλείεται να είχε αποκτήσει τόσο πολλά με έντιμο τρόπο σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα. Την άφησε εμβρόντητη ο τρόπος που μιλούσε ανοιχτά σε μια αποβάθρα γεμάτη ανθρώπους.