Выбрать главу

«Μάλιστα, κάνω λαθρεμπόριο και βγάζω κέρδη που άλλοτε θα έτριβα τα μάτια βλέποντάς τα. Αν χώσεις το ένα δέκατο των δασμών στην τσέπη των τελωνειακών, γυρνάνε τα μάτια αλλού και κλείνουν το στόμα».

Δύο Ταντσικανοί με εκείνα τα πέπλα και τα καπέλα τους προσπέρασαν με τα χέρια σφιγμένα στην πλάτη. Ο καθένας τους είχε ένα βαρύ, μπρούτζινο κλειδί, περασμένο γύρω από το λαιμό με μια βαριά αλυσίδα· έμοιαζε να είναι σύμβολο αξιώματος. Ένευσαν στον Ντόμον με οικειότητα. Ο Θομ φάνηκε να το βρίσκει αστείο, όμως ο Τζούιλιν αγριοκοίταξε τον Ντόμον και τους δύο Ταντσικανούς. Ως κλεφτοκυνηγός, αντιπαθούσε όσους παράβαιναν το νόμο.

«Δεν πιστεύω, όμως, ότι θα κρατήσει πολύ αυτό», είπε ο Ντόμον όταν είχαν περάσει οι Ταντσικανοί. «Τα πράγματα στο Άραντ Ντόμαν είναι χειρότερα από δω και εδώ είναι πολύ άσχημα. Ίσως ο Άρχοντας Δράκοντας να μην Τσάκισε ακόμα τον Κόσμο, αλλά τσάκισε το Άραντ Ντόμαν και το Τάραμπον».

Η Ηλαίην θέλησε να του πει κάτι τσουχτερό, αλλά είχαν φτάσει στο τέλος της αποβάθρας και έμεινε να κοιτάζει σιωπηλή, όσο ο Ντόμον νοίκιαζε χειρήλατες πολυθρόνες, βαστάζους και δώδεκα άντρες με γερά ρόπαλα και σκληρά πρόσωπα. Στην άκρη της αποβάθρας στέκονταν φρουροί με σπαθιά και δόρατα, που έμοιαζαν να προσφέρονται για πρόσληψη, όχι με στρατιώτες. Στην άλλη πλευρά του μεγάλου δρόμου, που περνούσε από τις αποβάθρες, εκατοντάδες ηττημένα, βουλιαγμένα πρόσωπα κοίταζαν τους φρουρούς. Μερικά βλέμματα γυρνούσαν προς τα πλοία, όμως κυρίως ήταν στραμμένα προς τους άντρες, που τους κρατούσαν σε απόσταση από εκείνα τα πλοία. Η Ηλαίην θυμήθηκε τι της είχε πει η Κόινε για τους ανθρώπους που θα χιμούσαν στο πλοίο της, ζητώντας απεγνωσμένα θέση για να φύγουν μακριά από το Τάντσικο, και ανατρίχιασε. Όταν αυτά τα πεινασμένα μάτια κοίταζαν τα πλοία, μέσα τους φαινόταν η φλόγα της ανάγκης. Η Ηλαίην καθόταν αλύγιστη στην πολυθρόνα της, η οποία τρανταζόταν ανάμεσα στα πλήθη που χώριζαν μπροστά στα ρόπαλα, και προσπαθούσε να μην κοιτάζει πουθενά. Δεν ήθελε να βλέπει αυτά τα πρόσωπα. Πού ήταν ο βασιλιάς τους; Γιατί δεν τους νοιαζόταν;

Μια πινακίδα πάνω από την πύλη του πανδοχείου με το λευκό γύψο στους τοίχους, στο οποίο τους πήγε ο Ντόμον, κάτω από το Μεγάλο Κύκλο, έλεγε ότι ήταν η Αυλή των Τριών Δαμάσκηνων. Η μόνη αυλή που έβλεπε η Ηλαίην ήταν η πλακοστρωμένη αυλή με τους ψηλούς τοίχους μπροστά στο πανδοχείο, το οποίο ήταν τετράγωνο, διώροφο, χωρίς παράθυρα στο ισόγειο, ενώ τα παράθυρα στους άλλους ορόφους είχαν σιδερένια κάγκελα με περίτεχνα διακοσμητικά σχέδια. Μέσα, άντρες και γυναίκες συνωστίζονταν στην κοινή αίθουσα, οι περισσότεροι ντυμένοι με Ταντσικάνικα ρούχα, ενώ το βουητό τους σχεδόν έπνιγε το σκοπό που έπαιζε ένα τσίτερ με σφυράκια.

Της Νυνάβε της κόπηκε η ανάσα όταν πρωτοείδε την ιδιοκτήτρια του πανδοχείου, μια όμορφη γυναίκα όχι πολύ μεγαλύτερη από την ίδια, η οποία είχε καστανά μάτια και μελιές κοτσίδες, ενώ το πέπλο της δεν έκρυβε τα σαρκώδη, τριανταφυλλένια χείλη της. Κι η Ηλαίην επίσης τινάχτηκε, αλλά δεν ήταν η Λίαντριν. Η γυναίκα —το όνομά της ήταν Ρέντρα― προφανώς ήξερε καλά τον Ντόμον. Καλωσόρισε χαμογελαστά την Ηλαίην και τη Νυνάβε, χάρηκε όταν είδε ότι ο Θομ ήταν βάρδος και τους έδωσε τα δύο τελευταία δωμάτιά της σε τιμή που, όπως υποψιαζόταν η Ηλαίην, πρέπει να ήταν χαμηλότερη από την κανονική. Η Ηλαίην φρόντισε να πάρουν οι γυναίκες το δωμάτιο που είχε το μεγαλύτερο κρεβάτι· είχε κοιμηθεί κι άλλες φορές στο ίδιο κρεβάτι με τη Νυνάβε, της οποίας οι αγκώνες ήταν ανεξέλεγκτοι στον ύπνο.

Η Ρέντρα τους πρόσφερε επίσης δείπνο σε ένα ιδιωτικό δωμάτιο, το οποίο σερβίριζαν δύο νεαροί με πέπλα. Η Ηλαίην βρήκε μπροστά της μια πιατέλα με ψητό αρνί, ζελέ μήλου με μπαχαρικά και κάποιου είδους μακριά, κιτρινωπά φασόλια, μαγειρεμένα με κουκουνάρια. Δεν της πήγαινε μπουκιά κάτω. Όλα εκείνα τα πεινασμένα πρόσωπα. Ο Ντόμον έφαγε ορεξάτος, με το λαθρεμπόριο του και το χρυσάφι του. Ούτε ο Θομ ή ο Τζούιλιν έδειξαν οποιονδήποτε δισταγμό.

«Ρέντρα», είπε χαμηλόφωνα η Νυνάβε, «υπάρχει κανείς εδώ που να βοηθά τους φτωχούς; Μπορώ να βρω αρκετό χρυσάφι, αν βοηθά καθόλου».

«Μπορείς να κάνεις δωρεά στο συσσίτιο του Μπέυλ», αποκρίθηκε η γυναίκα, χαρίζοντας ένα χαμόγελο στον Ντόμον. «Ο άνθρωπος αποφεύγει τους φόρους, αλλά φορολογείται μόνος του. Για κάθε κορώνα που δίνει για δωροδοκία, δίνει δύο κορώνες για τη σούπα και το ψωμί των φτωχών. Με έπεισε ακόμα και μένα να προσφέρω, που εγώ πληρώνω τους φόρους μου».

«Βγαίνει λιγότερο από τους φόρους», μουρμούρισε ο Ντόμον, καμπουριάζοντας τους ώμους σε μια αμυντική στάση. «Έχω κέρδη με το τσουβάλι. Που να με φάει η μοίρα μου αν χάνω».