«Κάνεις καλά που βοηθάς τους ανθρώπους, αφέντη Ντόμον», είπε η Νυνάβε όταν έφυγαν η Ρέντρα και οι υπηρέτες. Ο Θομ και ο Τζούιλιν σηκώθηκαν για να βεβαιωθούν ότι είχαν όντως φύγει. Με μια χαλαρή υπόκλιση, ο Θομ άφησε τον Τζούιλιν να ανοίξει την πόρτα· ο διάδρομος έξω ήταν άδειος. Η Νυνάβε συνέχισε χωρίς παύση. «Ίσως χρειαστούμε τη βοήθειά σου».
Το μαχαίρι και το πιρούνι του Ιλιανού έμειναν ακίνητα πάνω που έκοβε μια μπουκιά αρνί. «Πώς;» ρώτησε καχύποπτα.
«Δεν ξέρω ακριβώς, αφέντη Ντόμον. Έχεις πλοία. Πρέπει να έχεις άντρες. Ίσως χρειαστούμε αφτιά και μάτια. Υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να είναι στο Τάντσικο κάποιες του Μαύρου Άτζα και αν είναι εδώ, πρέπει να τις βρούμε». Η Νυνάβε έφαγε μια πιρουνιά φασόλια σαν να μην είχε πει τίποτα ασυνήθιστο. Τον τελευταίο καιρό έμοιαζε να λέει σε όλους για το Μαύρο Άτζα.
Ο Ντόμον την κοίταξε με το στόμα ανοιχτό και ύστερα, χωρίς να μπορεί να το πιστέψει, κοίταξε τον Θομ και τον Τζούιλιν καθώς κάθονταν ξανά. Εκείνοι ένευσαν κι αυτός έσπρωξε στην άκρη το πιάτο του και στήριξε το κεφάλι στα χέρια. Η Νυνάβε ήταν έτοιμη να του την ανάψει, αν έκρινε κανείς από το σφιγμένο στόμα της, αλλά η Ηλαίην δεν θα την κατηγορούσε. Γιατί έπρεπε να ρωτήσει αυτούς για να επιβεβαιώσουν τα λόγια της;
Στο τέλος, ο Ντόμον συνήλθε. «Τα ίδια με τότε. Πάλι το Φάλμε θα έχουμε. Μάλλον είναι ώρα να τα μαζεύω και να φεύγω. Αν πάρω στο Ίλιαν τα πλοία μου, θα είμαι πλούσιος κι εκεί».
«Αμφιβάλω αν θα βρεις φιλόξενο το Ίλιαν», του είπε η Νυνάβε με σταθερή φωνή. «Απ' ό,τι αντιλαμβάνομαι, τώρα κυβερνά ο Σαμαήλ, αν και όχι απροκάλυπτα. Μπορεί να μην απολαύσεις τα πλούτη σου στο ζυγό ενός Αποδιωγμένου». Τα μάτια του Ντόμον παραλίγο να πεταχτούν από το κεφάλι του, όμως η Νυνάβε συνέχισε απτόητη. «Δεν υπάρχουν πια ασφαλή μέρη. Μπορείς να τρέξεις σαν λαγός, αλλά δεν υπάρχει κρυψώνα πουθενά. Δεν είναι καλύτερο να πολεμήσεις σαν άντρας;»
Η Νυνάβε παραήταν σκληρή· πάντα κατέληγε να φοβερίζει τους ανθρώπους. Η Ηλαίην χαμογέλασε και έγειρε για να ακουμπήσει το χέρι του Ντόμον. «Δεν θέλουμε να σε φοβίσουμε, αφέντη Ντόμον, αλλά ίσως πραγματικά να χρειαστούμε τη βοήθειά σου. Ξέρω ότι είσαι γενναίος, αλλιώς δεν θα μας περίμενες τόσο πολύ στο Φάλμε. Θα δείξουμε μεγάλη ευγνωμοσύνη».
«Το κάνετε πολύ ωραία», μουρμούρισε ο Ντόμον. «Η μια με τη βουκέντρα του ζευγολάτη, η άλλη με το μέλι της βασίλισσας. Άντε, καλά, θα βοηθήσω όσο μπορώ. Αλλά δεν υπόσχομαι να μείνω για άλλο ένα Φάλμε».
Ο Θομ και ο Τζούιλιν άρχισαν να τον ρωτούν για το Τάντσικο όσο έτρωγαν, ζητώντας να μάθουν λεπτομέρειες. Ο Τζούιλιν, πάντως, έκανε έμμεσα τις ερωτήσεις του στον Θομ για τις περιοχές όπου σύχναζαν οι ληστές, οι μικροκλέφτες και οι διαρρήκτες, ποια οινοπωλεία προτιμούσαν και ποιοι αγόραζαν τα κλεμμένα αγαθά. Ο κλεφτοκυνηγός ισχυριζόταν ότι αυτοί οι άνθρωποι ήξεραν περισσότερα από τις αρχές για το τι συνέβαινε σε μια πόλη. Δεν ήθελε να μιλά απευθείας στον Ιλιανό και ο Ντόμον ξεφυσούσε κάθε φορά που απαντούσε σε ερώτηση του Δακρινού, την οποία του έθετε ο Θομ. Δεν απαντούσε παρά μόνο όταν την επαναλάμβανε ο Θομ. Οι ερωτήσεις που έκανε ο ίδιος ο Θομ δεν είχαν νόημα, τουλάχιστον όταν τις έκανε ένας βάρδος. Ρωτούσε για τους ευγενείς και τις φατρίες τους, ποιος ήταν σύμμαχος με ποιον και ποιους είχαν εναντίον τους, ποιοι είχαν δηλωμένους σκοπούς, πού κατέληγαν οι πράξεις τους και αν τα αποτελέσματα ήταν διαφορετικά από αυτά που υποτίθεται πως ήθελαν. Δεν ήταν καθόλου οι ερωτήσεις που περίμενε απ' αυτόν, ακόμα και μετά τις συζητήσεις τους στον Κυματοχορευτή. Ήταν πρόθυμος να μιλήσει μαζί της —φαινόταν, μάλιστα, να το απολαμβάνει― αλλά κάθε φορά που η Ηλαίην πίστευε ότι κόντευε να βρει κάτι για το παρελθόν του, πάντα αυτός κατάφερνε να ξεφεύγει και να την απομακρύνει. Ο Ντόμον απάντησε στις ερωτήσεις του Θομ με μεγαλύτερη προθυμία απ' όσο του Τζούιλιν. Αλλά σε κάθε περίπτωση έδειχνε να ξέρει καλά το Τάντσικο, τους άρχοντες, τους αξιωματούχους και το σκοτεινό υπογάστριό του· καθώς μιλούσε, συχνά δεν έμοιαζε να υπάρχει διαφορά μεταξύ αυτών των τριών.
Όταν οι δύο άντρες είχαν ξεζουμίσει το λαθρέμπορο, η Νυνάβε ζήτησε από τη Ρέντρα να φέρει πένα, μελάνι και χαρτί, και έγραψε ένα κατάλογο περιγράφοντας όλες τις Μαύρες αδελφές. Ο Ντόμον τον κοίταξε ανήσυχα, σαν να ήταν οι ίδιες οι γυναίκες εκεί μέσα, αλλά υποσχέθηκε ότι θα έβαζε τους άντρες που είχε στο λιμάνι να έχουν τα μάτια ανοιχτά. Όταν η Νυνάβε του θύμισε ότι έπρεπε να είναι άκρως προσεκτικοί, αυτός γέλασε, όπως θα γελούσε αν του έλεγε να μην τρέχει κρατώντας σπαθί.