Ο Τζούιλιν έφυγε αμέσως μετά τον Ντόμον, στριφογυρνώντας το ανοιχτόχρωμο ραβδί του και λέγοντας ότι η νύχτα ήταν η καλύτερη ώρα για να βρει κλέφτες και ανθρώπους που ζούσαν από τους κλέφτες. Η Νυνάβε δήλωσε ότι θα πήγαινε στο δωμάτιό της -το δωμάτιό της― για να ξαπλώσει λιγάκι. Φαινόταν κάπως ζαλισμένη και ξαφνικά η Ηλαίην κατάλαβε γιατί. Η Νυνάβε είχε συνηθίσει το κούνημα του Κυματοχορευτή· τώρα δυσκολευόταν, που το έδαφος δεν κουνιόταν. Το στομάχι της γυναίκας δεν ήταν ένας ευχάριστος συνταξιδιώτης.
Η Ηλαίην ακολούθησε τον Θομ στην κοινή αίθουσα, όπου αυτός είχε υποσχεθεί στη Ρέντρα ότι θα δώσει παράσταση. Σαν από θαύμα, βρήκε πάγκο σε ένα άδειο τραπέζι και οι ψυχρές ματιές της ήταν αρκετές για να αποτρέψουν τους άντρες να καθίσουν εκεί, οι οποίοι ξαφνικά έδειχναν πολύ πρόθυμοι να το κάνουν. Η Ρέντρα ι ης έφερε ένα ασημένιο κύπελλο με κρασί κι αυτή το άρχισε να το πίνει σιγά-σιγά, ακούγοντας τον Θομ να παίζει την άρπα του και να τραγουδάει άσματα αγάπης, όπως τα «Πρώτο Ρόδο του Καλοκαιριού» και «Ο Άνεμος που Σείει την Ιτιά», καθώς και αστεία τραγούδια, όπως τα «Μόνο μια Μπότα» και «Η Γέρικη Γκρίζα Χήνα». Οι άκροατές τα απολάμβαναν και χτυπούσαν τα τραπέζια επιδοκιμαστικά. Ύστερα από λίγο άρχισε και η Ηλαίην να χτυπά το δικό της. Δεν είχε πιει πάνω από το μισό κρασί της, αλλά ένας όμορφος, νεαρός σερβιτόρος της χαμογέλασε και το ξαναγέμισε. Ήταν παράξενα συναρπαστικό. Όλη της τη ζωή δεν είχε βρεθεί σε κοινή αίθουσα πανδοχείου πάνω από πέντ' έξι φορές και ποτέ για να πιει κρασί και να ψυχαγωγηθεί, σαν απλός άνθρωπος.
Ο Θομ, ανεμίζοντας το μανδύα για να πεταρίζουν τα πολύχρωμα μπαλώματα, είπε ιστορίες —«Η Μάρα και οι Τρεις Ανόητοι Βασιλιάδες» και αρκετά παραμύθια για τον Άνλα, το Σοφό Συμβουλάτορα― και απάγγειλε ένα εκτενές απόσπασμα από το Μεγάλο Κυνήγι του Κέρατος, που το αφηγήθηκε έτσι ώστε ήταν σαν είχες τα άλογα να χοροπηδούν και τις τρομπέτες να σε ξεκουφαίνουν μέσα στην κοινή αίθουσα, ενώ οι άντρες και οι γυναίκες πολεμούσαν και αγαπούσαν και πέθαιναν. Βαθιά μέσα στη νύχτα συνέχισε να τραγουδά και να απαγγέλλει, ενώ κοντοστεκόταν μόνο πού και πού για να βρέξει το λαρύγγι του με μια γουλιά κρασί, με τους θαμώνες να κραυγάζουν ενθουσιασμένοι για να πει κι άλλα. Η γυναίκα που έπαιζε το τσίτερ καθόταν σε μια ακρούλα με το όργανο στα γόνατά της και μια ξινή έκφραση στο πρόσωπό της. Ο κόσμος πετούσε αρκετά νομίσματα στον Θομ —είχε επιστρατεύσει ένα αγοράκι για να τα μαζεύει― και ήταν απίθανο να έδιναν τόσα για τη δική της μουσική.
Ο Θομ έμοιαζε να είναι στο στοιχείο του, με την άρπα και τις απαγγελίες ειδικά. Ήταν βάρδος, βέβαια, αλλά έμοιαζε να υπάρχει κάτι παραπάνω. Η Ηλαίην θα έπαιρνε όρκο ότι τον είχε ακούσει κάποια άλλη φορά να απαγγέλλει το Μεγάλο Κυνήγι του Κέρατος, αλλά στον Υψηλό Ρυθμό, όχι στον Απλό. Πώς ήταν δυνατόν κάτι τέτοιο; Ήταν απλώς ένας γερο-βάρδος.
Στο τέλος, τις μικρές ώρες της νύχτας, ο Θομ υποκλίθηκε, ανεμίζοντας μεγαλοπρεπώς το μανδύα του, και ξεκίνησε για τη σκάλα, ενώ οι πελάτες χτυπούσαν τα τραπέζια. Η Ηλαίην χτυπούσε το δικό της ζωηρά όσο και οι άλλοι.
Σηκώθηκε για να τον ακολουθήσει, γλίστρησε και ξανακάθισε απότομα, κοιτώντας συνοφρυωμένη το ασημένιο κύπελλό της. Ήταν γεμάτο. Σίγουρα είχε πιει λιγάκι. Για κάποιο λόγο ένιωθε ζαλισμένη. Ναι. Εκείνο το γλυκό παλικάρι με τα τρυφερά, καστανά μάτια της είχε ξαναγεμίσει το κύπελλο ― πόσες φορές; Όχι ότι είχε σημασία. Ποτέ δεν έπινε περισσότερο από ένα κύπελλο κρασί. Ποτέ. Έφταιγε που είχε κατέβει από τον Κυματοχορευτή και ήταν πάλι στη στεριά. Αντιδρούσε σαν τη Νυνάβε. Αυτό ήταν όλο.
Σηκώθηκε όρθια με προσοχή —και αρνήθηκε την αβρή προσφορά βοήθειας του γλυκού νεαρού― και κατάφερε να ανεβεί τα σκαλιά, παρά το γεγονός ότι κυμάτιζαν. Δεν σταμάτησε στον πρώτο όροφο, όπου ήταν το δωμάτιο των δύο γυναικών, ανέβηκε στον τρίτο και χτύπησε την πόρτα του Θομ. Εκείνος την άνοιξε αργά, κοιτάζοντας με καχυποψία. Στην αρχή φάνηκε να κρατά μαχαίρι, το οποίο μετά εξαφανίστηκε. Παράξενο. Του άρπαξε τη μια άκρη του μακριού, λευκού μουστακιού.
«Θυμάμαι», του είπε. Η γλώσσα της δεν έμοιαζε να δουλεύει κανονικά· οι λέξεις ακούγονταν... αστείες. «Καθόμουν στο γόνατό σου και σου τράβηξα το μουστάκι» —το τράβηξε σαν επίδειξη κι αυτός μόρφασε― «και η μητέρα μου έγειρε πάνω από τον ώμο σου και γέλασε μαζί μου».
«Νομίζω ότι θα ήταν καλύτερα αν γυρνούσες στο δωμάτιο σου», είπε αυτός, προσπαθώντας να της τραβήξει το χέρι. «Νομίζω ότι σου χρειάζεται ύπνος».
Αυτή αρνήθηκε να το αφήσει. Φάνηκε μάλιστα ότι τον είχε σπρώξει πιο μέσα στο δωμάτιό του. Από το μουστάκι του. «Κι η μητέρα μου, επίσης, καθόταν στο γόνατό σου. Το είδα. Θυμάμαι».