Выбрать главу

«Ο ύπνος είναι ό,τι το καλύτερο, Ηλαίην. Το πρωί θα νιώθεις καλύτερα». Κατάφερε να της πάρει το χέρι και προσπάθησε να την πάει προς την πόρτα, αλλά αυτή ξεγλίστρησε και πήγε γύρω του. Το κρεβάτι δεν είχε ουρανό. Αν είχε ένα κολωνάκι για να πιαστεί, ίσως το δωμάτιο να σταματούσε να γέρνει δεξιά κι αριστερά.

«Θέλω να μάθω γιατί η μητέρα μου καθόταν στο γόνατό σου». Εκείνος έκανε πίσω και η Ηλαίην κατάλαβε ότι το χέρι της πλησίαζε πάλι το μουστάκι του. «Είσαι βάρδος. Η μητέρα μου ποτέ δεν θα καθόταν στο γόνατο του βάρδου».

«Πήγαινε στο κρεβάτι σου, παιδί μου».

«Δεν είμαι παιδί!» Χτύπησε θυμωμένη το πόδι στο πάτωμα και παραλίγο να πέσει. Το πάτωμα ήταν πιο χαμηλά απ' όσο έδειχνε. «Δεν είμαι παιδί. Πες μου. Τώρα!»

Ο Θομ αναστέναξε και κούνησε το κεφάλι. Στο τέλος, μίλησε μουδιασμένος. «Δεν ήμουν πάντα βάρδος. Κάποτε ήμουν ραψωδός. Ραψωδός της Αυλής. Και πιο συγκεκριμένα στο Κάεμλυν. Για τη Βασίλισσα Μοργκέις. Ήσουν παιδί. Απλώς θυμάσαι τα πράγματα λάθος, αυτό είναι όλο».

«Ήσουν εραστής της, σωστά;» Ο τρόπος που τα μάτια του ζάρωσαν στιγμιαία ήταν αρκετή απόδειξη. «Ήσουν! Πάντα ήξερα για τον Γκάρεθ Μπράυν. Τουλάχιστον αυτό το είχα καταλάβει. Αλλά πάντα έλπιζα ότι θα τον παντρευόταν. Ο Γκάρεθ Μπράυν, κι εσύ, κι αυτός ο Άρχοντας Γκάεμπριλ, που ο Ματ είπε ότι του έκανε τα γλυκά μάτια, και... Πόσοι άλλοι; Πόσοι; Τι την κάνει διαφορετική από την Μπερελαίν, που ρίχνει στο κρεβάτι της όποιον άντρα της γυαλίσει; Δεν είναι διαφορετική —» Τα μάτια της θόλωσαν και το κεφάλι της άρχισε να κουδουνίζει. Έκανε μερικές στιγμές μέχρι να συνειδητοποιήσει ότι ο Θομ την είχε χαστουκίσει. Την είχε χαστουκίσει! Ορθώθηκε κι ευχήθηκε να μην ταλαντευόταν. «Πώς τολμάς; Είμαι η Κόρη-Διάδοχος του Άντορ και δεν θα επιτρέψω —»

«Είσαι ένα κοριτσάκι, που ήπιες ένα ασκί κρασί και σ' έπιασαν τα νεύρα σου», την αποπήρε εκείνος. «Κι αν ακούσω ποτέ να λες τέτοια πράγματα για τη Μοργκέις, είτε μεθυσμένη, είτε νηφάλια, θα σε βάλω στα γόνατά μου και θα σου δείξω εγώ, κι ας διαβιβάζεις! Η Μοργκέις είναι εξαίρετη γυναίκα, καλύτερη δεν θα βρεις!»

«Ναι;» Η φωνή της έτρεμε και κατάλαβε ότι έκλαιγε. «Τότε γιατί; Γιατί —;» Κάπως είχε κρύψει το πρόσωπό της στο σακάκι του κι αυτός της έσιαζε τα μαλλιά.

«Επειδή είναι μοναχικό να είσαι βασίλισσα», της είπε μαλακά. «Επειδή οι περισσότεροι άντρες που ελκύονται από μια βασίλισσα βλέπουν την εξουσία και όχι τη γυναίκα. Εγώ είδα τη γυναίκα κι αυτή το κατάλαβε. Φαντάζομαι ότι ο Μπράυν είδε το ίδιο, όπως κι αυτός ο Γκάεμπριλ. Πρέπει να καταλάβεις, παιδί μου. Όλοι θέλουν κάποιον στη ζωή τους, κάποιον που να τους νοιάζεται, κάποιον που να τον νοιάζονται. Ακόμα και μια βασίλισσα».

«Γιατί έφυγες;» μουρμούρισε στο στήθος του. «Με έκανες να γελάω. Το θυμάμαι. Την έκανες κι εκείνη να γελάει. Και με ανέβαζες στον ώμο σου για να κάνουμε βόλτες».

«Μεγάλη ιστορία». Αναστέναξε με πόνο. «Θα σου την πω μια άλλη φορά. Αν ρωτήσεις. Με λίγη τύχη, το πρωί θα τα έχεις ξεχάσει αυτά. Είναι ώρα να πας για ύπνο, Ηλαίην».

Την πήγε ως την πόρτα και εκείνη βρήκε την ευκαιρία να του ξαναπιάσει το μουστάκι. «Έτσι», του είπε με ικανοποίηση. «Το τραβούσα έτσι ακριβώς».

«Έτσι ήταν. Μπορείς να κατέβεις μόνη σου;»

«Φυσικά και μπορώ». Τον κοίταξε όσο πιο αγέρωχα μπορούσε, αλλά αυτός έμοιαζε πανέτοιμος να την ακολουθήσει στο διάδρομο. Για να του αποδείξει ότι δεν ήταν ανάγκη, περπάτησε —με προσοχήως τη σκάλα. Όταν άρχισε να την κατεβαίνει, αυτός ακόμα την κοίταζε με ανήσυχα.

Ευτυχώς δεν σκόνταψε, παρά μόνο όταν αυτός δεν την έβλεπε πια, όμως προσπέρασε την πόρτα της και αναγκάστηκε να κάνει στροφή. Κάτι είχε εκείνο το ζελέ μήλου― δεν έπρεπε να φάει τόσο πολύ. Η Λίνι πάντα έλεγε... Δεν θυμόταν τι έλεγε η Λίνι, αλλά ήταν κάτι για όταν έτρωγες πολλά γλυκά.

Στο δωμάτιο υπήρχαν δύο αναμμένες λάμπες, μια στο στρογγυλό τραπεζάκι πλάι στο κρεβάτι και η άλλη στην κορνίζα με το λευκό γύψο, πάνω από το τούβλινο τζάκι. Η Νυνάβε ήταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι, πάνω στο κάλυμμα του κρεβατιού, κανονικά ντυμένη. Με τους αγκώνες απλωμένους, όπως πρόσεξε η Ηλαίην.

Είπε το πρώτο που της ήρθε στο μυαλό. «Ο Ραντ σίγουρα με περνά για τρελή. Ο Θομ είναι ραψωδός και, όπως φαίνεται, δεν έχω για μάνα την Μπερελαίν». Η Νυνάβε της έριξε μια παραξενεμένη ματιά. «Για κάποιο λόγο είμαι ζαλισμένη. Ένα φιλικό αγόρι με γλυκά, καστανά μάτια προσφέρθηκε να με βοηθήσει να ανέβω τα σκαλιά».

«Και βέβαια προσφέρθηκε», είπε η Νυνάβε ξεστομίζοντας με έμφαση την κάθε λέξη. Σηκώθηκε και έφερε το ένα χέρι της γύρω από τους ώμους της Εγκουέν. «Έλα από δω μια στιγμή. Νομίζω ότι πρέπει να δεις κάτι». Ήταν ένας κουβάς με νερό, πλάι στο τραπεζάκι με τη λεκάνη για πλύσιμο. «Εδώ. Θα γονατίσουμε και οι δύο για κοιτάξεις».