Η Ηλαίην γονάτισε, αλλά στον κουβά δεν υπήρχε τίποτα, παρά μόνο το καθρέφτισμά της στο νερό. Αναρωτήθηκε γιατί είχε τέτοιο χαμόγελο στο πρόσωπό της. Έπειτα το χέρι της Νυνάβε πήγε στο σβέρκο της Ηλαίην και το κεφάλι της βρέθηκε στο νερό.
Κούνησε τα χέρια, προσπάθησε να σηκωθεί, όμως το χέρι της Νυνάβε ήταν σαν σιδερένιος μοχλός. Κάτω από το νερό έπρεπε να κρατάς την ανάσα σου. Η Ηλαίην το ήξερε. Απλώς δεν θυμόταν πώς να το κάνει. Μπορούσε μόνο να σπαρταρά και να ρουφά νερό και να πνίγεται.
Η Νυνάβε τη σήκωσε, με τα νερά να κυλάνε στο πρόσωπό της, και η Ηλαίην πήρε μια ανάσα για να γεμίσει τα πνευμόνια της. «Εσύ... Πώς τολμάς», είπε με κομμένη την ανάσα. «Είμαι η Κόρη-Διάδοχος του —» Κατάφερε να τσιρίξει μια φορά, πριν το κεφάλι της χωθεί ξανά στο νερό με ένα πλατσούρισμα. Άρπαξε τον κουβά με τα δύο χέρια και τον έσπρωξε, αλλά δεν έγινε τίποτα. Χτύπησε τα πόδια στο πάτωμα, αλλά πάλι δεν έγινε τίποτα. Θα πνιγόταν. Η Νυνάβε θα την έπνιγε.
Ύστερα από ένα διάστημα που της φάνηκε να κρατάει όσο μια Εποχή, βρέθηκε πάλι στον αέρα. Τούφες μαλλιών κολλούσαν στο πρόσωπό της. «Νομίζω», είπε με όσο πιο σταθερή φωνή μπορούσε, «ότι θα τα βγάλω».
Η Νυνάβε μόλις που πρόλαβε να αρπάξει τη μεγάλη, άσπρη λεκάνη από το τραπεζάκι και της κρατούσε το κεφάλι όσο η Ηλαίην έβγαζε ό,τι είχε φάει ποτέ στη ζωή της. Ένα χρόνο μετά —πάντως ήταν ώρες· τόσο πολύ της φαινόταν― η Νυνάβε της καθάρισε το πρόσωπο, της σκούπισε το στόμα και της έπλυνε τα χέρια. Η φωνή της, όμως, δεν ήταν καθόλου στοργική.
«Πώς έκανες τέτοιο πράγμα; Τι σε έπιασε; Από έναν ανόητο άντρα θα το περίμενα να πιει παραπάνω απ' όσο αντέχει, αλλά εσύ! Και μάλιστα απόψε».
«Ήπια μόνο ένα κύπελλο», μουρμούρισε η Ηλαίην. Παρ' όλο που ο νεαρός το ξαναγέμιζε, σίγουρα δεν είχε πιει πάνω από δύο. Σίγουρα όχι.
«Ένα κύπελλο μεγάλο σαν κανάτα». Η Νυνάβε ξεφύσησε και τη βοήθησε να σταθεί όρθια. Για την ακρίβεια, την τράβηξε να σηκωθεί. «Μπορείς να μείνεις ξύπνια; Πάω να κοιτάξω για την Εγκουέν και ακόμα δεν εμπιστεύομαι τον εαυτό μου, ότι θα βγω από τον Τελ'αράν'ριοντ χωρίς κάποιον να με ξυπνήσει».
Η Ηλαίην την κοίταξε ανοιγοκλείνοντας τα μάτια. Έψαχναν για την Εγκουέν, χωρίς επιτυχία, κάθε νύχτα από τότε που είχε εξαφανιστεί τόσο απότομα σε εκείνη τη συνάντηση στην Καρδιά της Πέτρας. «Να μείνω ξυπνητή; Νυνάβε, είναι η δική μου σειρά να ψάξω κι είναι καλύτερα να πάω εγώ. Ξέρεις ότι δεν μπορείς να διαβιβάσεις παρά μόνο όταν είσαι θυμωμένη και...» Συνειδητοποίησε ότι η λάμψη του σαϊντάρ περιέβαλλε την άλλη γυναίκα. Εδώ και αρκετή ώρα, τώρα που το σκεφτόταν. Ένιωθε ότι το κεφάλι της πήγαινε να σπάσει. Με δυσκολία ένιωθε την Αληθινή Πηγή. «Μάλλον πρέπει να πας. Θα μείνω ξύπνια».
Η Νυνάβε την κοίταξε σμίγοντας τα φρύδια, αλλά στο τέλος ένευσε. Η Ηλαίην προσπάθησε να τη βοηθήσει να ξεντυθεί, όμως τα δάχτυλά της δεν τα κατάφερναν καλά με εκείνα τα μικρούτσικα κουμπιά. Γκρινιάζοντας μέσα από τα δόντια της, η Νυνάβε κατάφερε να τα ανοίξει μόνη της. Φόρεσε τη νυχτικιά της μόνο και έβαλε το συστρεμμένο, πέτρινο δαχτυλίδι στο δερμάτινο κορδόνι που φορούσε στο λαιμό, μαζί με ένα βαρύ, χρυσό ανδρικό δαχτυλίδι. Ήταν το δαχτυλίδι του Λαν· η Νυνάβε πάντα το φορούσε ανάμεσα στα στήθη της.
Η Ηλαίην έφερε ένα κοντό, ξύλινο σκαμνί πλάι στο κρεβάτι, ενώ η Νυνάβε ξάπλωνε ξανά. Ένιωθε νυσταγμένη, αλλά καθισμένη εκεί δεν θα κοιμόταν. Το πρόβλημα θα ήταν να μην πέσει στο πάτωμα. «Θα μετρήσω μια ώρα και θα σε ξυπνήσω».
Η Νυνάβε ένευσε και έκλεισε τα μάτια, κρατώντας σφιχτά τα δύο δαχτυλίδια. Ύστερα από λίγο, η ανάσα της έγινε πιο βαθιά.
Η Καρδιά της Πέτρας ήταν άδεια. Η Νυνάβε, κοιτάζοντας τη σκοτεινιά ανάμεσα στις μεγάλες κολώνες, είχε κάνει ολόκληρο τον κύκλο του Καλαντόρ, που λαμπύριζε καθώς ξεπρόβαλλε από τις πλάκες του πατώματος, πριν συνειδητοποιήσει ότι ακόμα φορούσε τη νυχτικιά της, ενώ το δερμάτινο κορδόνι με τα δύο δαχτυλίδια κρεμόταν ανάμεσα στα στήθη της. Έσμιξε τα φρύδια και ύστερα από μια στιγμή βρέθηκε να φορά ένα καφετί, Δυποταμίτικο φόρεμα από καλό μαλλί και γερά παπούτσια. Η Ηλαίην και η Εγκουέν το έβρισκαν εύκολο αυτό, όμως η ίδια όχι. Είχαν υπάρξει κάτι στιγμές που της έφερναν ντροπή, σε προηγούμενες επισκέψεις στον Τελ'αράν'ριοντ, κυρίως όταν σκεφτόταν αφηρημένα τον Λαν, όμως έπρεπε να συγκεντρωθεί για να αλλάξει τα ρούχα της. Έτσι απλά —μόνο που το είχε θυμηθεί― και το φόρεμά της ήταν μεταξωτό και διάφανο, σαν το πέπλο της Ρέντρα. Η Μπερελαίν θα κοκκίνιζε. Το ίδιο έκανε και η Νυνάβε, όταν σκέφτηκε τον Λαν να τη κοιτάζει να το φορά. Χρειάστηκε να καταβάλει προσπάθεια για να ξαναφέρει το καφετί, μάλλινο φόρεμα.