Выбрать главу

Το χειρότερο ήταν ότι ο θυμός της είχε εξανεμιστεί —το χαζοκόριτσο· δεν ήξερε τι συμβαίνει όταν πίνεις πολύ κρασί; Δεν είχε βρεθεί ποτέ άλλοτε μόνη σε κάποια κοινή αίθουσα πανδοχείου; Ε, ίσως όχι― και η Αληθινή Πηγή για τη Νυνάβε τώρα ήταν σαν να μην υπήρχε. Ίσως να μην είχε σημασία. Κοίταξε ανήσυχα ολόγυρά της, το δάσος που σχημάτιζαν οι πελώριες κολώνες από κοκκινόπετρα. Τι είχε κάνει την Εγκουέν να φύγει ξαφνικά από δω;

Η Πέτρα ήταν σιωπηλή, κούφια και κενή. Η Νυνάβε άκουγε ακόμα και το αίμα να πάλλεται στα αφτιά της. Όμως ένιωθε μικρά κεντρίσματα στο δέρμα ανάμεσα στις ωμοπλάτες της, σαν κάποιος να την κοίταζε.

«Εγκουέν;» Η φωνή της αντήχησε στη σιωπή ανάμεσα στις κολώνες. «Εγκουέν;» Τίποτα.

Έτριψε τα χέρια στη φούστα της και κατάλαβε ότι κρατούσε ένα ζαρωμένο ραβδί μ' ένα χοντρό ρόζο στην άκρη. Πολύ που θα τη βοηθούσε αυτό. Όμως το έσφιξε στο χέρι. Ένα σπαθί μπορεί να ήταν χρησιμότερο —για μια στιγμή το ραβδί τρεμόπαιξε, μισό σπαθί σχεδόν― αλλά δεν θα ήξερε πώς να το χειριστεί. Γέλασε μόνη της πικρόχολα. Τι στειλιάρι, τι σπαθί, εδώ πέρα και τα δύο ήταν ουσιαστικά άχρηστα. Η μόνη πραγματική άμυνα ήταν η διαβίβαση, η διαβίβαση και το τρέξιμο. Αρα, αυτή τη στιγμή είχε μόνο ένα μέσο άμυνας.

Της ήρθε να τρέξει, νιώθοντας πάλι ότι την κοίταζαν, όμως δεν θα τα παρατούσε τόσο εύκολα. Αλλά τι μπορούσε να κάνει; Η Εγκουέν δεν ήταν εδώ. Ήταν κάπου στην Ερημιά. Στο Ρούαρκ, είχε πει η Ηλαίην. Όπου κι αν ήταν αυτό.

Από το ένα βήμα ως το άλλο, βρέθηκε ξαφνικά σε μια βουνοπλαγιά, με έναν άσπλαχνο ήλιο να υψώνεται πάνω από τραχιά βουνά, πέρα από την κοιλάδα πιο κάτω, ψήνοντας τον ξερό αέρα. Η Ερημιά. Βρισκόταν στην Ερημιά. Για μια στιγμή ο ήλιος την ξάφνιασε, αλλά η Ερημιά ήταν τόσο ανατολικά, που όταν χάραζε εδώ, στο Τάντσικο ήταν ακόμα νύχτα. Στον Τελ'αράν'ριοντ δεν είχε σημασία. Απ' ό,τι είχε καταλάβει, το φως του ήλιου και το σκοτάδι δεν είχαν σχέση με το τι υπήρχε στον πραγματικό κόσμο.

Τη μισή κοιλάδα τη σκέπαζαν μακριές, αχνές σκιές, όμως το παράξενο ήταν μια ομιχλώδης μάζα που τρεμούλιαζε εκεί κάτω και δεν φαινόταν να χάνεται, παρά τον ήλιο που την έδερνε. Μεγάλοι πύργοι υψώνονταν πάνω από την ομίχλη και μερικών η κατασκευή έμοιαζε να μην έχει ολοκληρωθεί. Μια πόλη. Στην Ερημιά;

Μισοκλείνοντας τα μάτια, διέκρινε κάποιον κάτω στην κοιλάδα. Ήταν ένας άντρας, αν και το μόνο που φαινόταν απ' αυτή την απόσταση ήταν ότι φορούσε φαρδύ παντελόνι και φωτεινό γαλάζιο σακάκι. Σίγουρα δεν ήταν Αελίτης. Περπατούσε στην άκρη της ομίχλης, ενώ πού και πού σταματούσε για να την αγγίξει με το χέρι. Δεν ήταν σίγουρη, αλλά της φαινόταν ότι κάθε φορά το χέρι του σταματούσε πριν τη φτάσει. Μπορεί να μην ήταν ομίχλη.

«Πρέπει να φύγεις από δω», είπε βιαστικά μια γυναικεία φωνή. «Αν σε δει αυτός, θα πεθάνεις, ή θα πάθεις κάτι χειρότερο».

Η Νυνάβε πήδηξε από το ξάφνιασμα, γύρισε υψώνοντας το ρόπαλο και παραλίγο να γλιστρήσει στην πλαγιά.

Η γυναίκα που στεκόταν λίγο ψηλότερά της φορούσε ένα κοντό, λευκό σακάκι, πολύ φαρδύ, αχνοκίτρινο παντελόνι και κοντές μπότες. Ο μανδύας της φούσκωνε στον ξερό αέρα. Τα μακριά, χρυσά μαλλιά της, περίτεχνα πλεγμένα κοτσίδες, και το ασημένιο τόξο στα χέρια έκαναν ένα όνομα να ξεπηδήσει στο στόμα της Νυνάβε, χωρίς να μπορεί να το πιστέψει.

«Μπιργκίττε;» Η Μπιργκίττε, η ηρωίδα εκατό ιστοριών, και το ασημένιο τόξο της, που ποτέ δεν αστοχούσε. Η Μπιργκίττε, μια από τους νεκρούς ήρωες που το Κέρας του Βαλίρ θα καλούσε από τον τάφο για να πολεμήσουν στην Τελευταία Μάχη. «Είναι αδύνατον. Ποια είσαι;»

«Δεν υπάρχει χρόνος. Πρέπει να φύγεις, πριν αυτός σε δει». Με μια επιδέξια κίνηση, τράβηξε ένα χρυσό βέλος από τη φαρέτρα στη μέση της, το έβαλε στη χορδή και την τέντωσε ως το αφτί της. Η ασημένια αιχμή σημάδευε ίσια την καρδιά της Νυνάβε. «Φύγε!»

Η Νυνάβε το έσκασε.

Δεν ήξερε πώς, αλλά βρέθηκε να στέκεται στο Δημόσιο Λιβάδι του Πεδίου του Έμοντ, κοιτώντας το Πανδοχείο της Οινοπηγής με τις καμινάδες και τα κόκκινα κεραμίδια της στέγης. Καλαμοσκεπές κύκλωναν το Δημόσιο, όπου η Οινοπηγή έχυνε το νερό της από ένα βράχο που προεξείχε. Ο ήλιος εδώ ήταν ψηλά στον ουρανό, αν και οι Δύο Ποταμοί ήταν πολύ δυτικότερα από την Ερημιά. Όμως, παρά τον ανέφελο ουρανό, μια βαθιά σκιά σκέπαζε το χωριό.

Μόνο για μια στιγμή πρόφτασε να αναρωτηθεί πώς τα έβγαζαν πέρα χωρίς αυτήν. Το μάτι της έπιασε μια φευγαλέα κίνηση, ένα ασημένιο φέγγος, και είδε μια γυναίκα να εξαφανίζεται πίσω από τη γωνία του περιποιημένου σπιτιού της Άιλυς Κάντγουιν, πέρα από το Νερό της Οινοπηγής. Η Μπιργκίττε.

Η Νυνάβε δεν δίστασε. Έτρεξε σε μια γέφυρα πεζών του στενού, ορμητικού ποταμού. Τα παπούτσια της βροντοχτυπούσαν στις σανίδες της. «Γύρνα πίσω», φώναξε. «Γύρνα πίσω και απάντησέ μου! Ποιος ήταν αυτός; Γύρνα πίσω εδώ, αλλιώς θα σε κάνω εγώ ηρωίδα! Θα φας τόσο ξύλο, που θα νομίζεις ότι ήταν περιπέτεια!»