Όταν έστριψε τη γωνία του σπιτιού της Άιλυς, δεν περίμενε στα σίγουρα ότι θα έβλεπε την Μπιργκίττε. Αυτό που δεν περίμενε καθόλου ήταν τον ψηλό άντρα με το σκούρο σακάκι, που ερχόταν σιγοτρέχοντας προς το μέρος της, εκατό βήματα πιο πέρα, στο σκληρό χωματόδρομο. Η ανάσα σκάλωσε στο λαιμό της. Ο Λαν. Όχι, δεν ήταν, όμως είχε ίδια χαρακτηριστικά στο πρόσωπό του, ίδια μάτια. Κοντοστάθηκε, ύψωσε το τόξο του και έριξε. Πάνω της. Αυτή, ουρλιάζοντας, ρίχτηκε στο πλάι, πασχίζοντας να ξυπνήσει.
Η Ηλαίην πήδηξε όρθια, αναποδογυρίζοντας πίσω της το σκαμνάκι, όταν η Νυνάβε ούρλιαξε και ανακάθισε στο κρεβάτι με μάτια ορθάνοιχτα.
«Τι έγινε, Νυνάβε; Τι έγινε;»
Η Νυνάβε έτρεμε. «Έμοιαζε με τον Λαν. Έμοιαζε με τον Λαν και δοκίμασε να με σκοτώσει». Άγγιξε με τρεμάμενο χέρι το αριστερό της μπράτσο, όπου ένα ρηχό κόψιμο έβγαζε λίγο αίμα, μερικούς πόντους πιο κάτω από τον ώμο της. «Αν δεν είχα πηδήξει, θα με είχε πετύχει στην καρδιά».
Η Ηλαίην κάθισε στην άκρη του κρεβατιού και εξέτασε το κόψιμο. «Δεν είναι σοβαρό. Θα το πλύνω και θα το δέσω». Ευχήθηκε να ήξερε να Θεραπεύει· αν προσπαθούσε δίχως να ξέρει, ίσως να έκανε τα πράγματα χειρότερα. Μα επρόκειτο απλώς για μια αμυχή. Άσε που ακόμα ένιωθε το κεφάλι της σαν να ήταν γεμάτο ζελέ. Ζελέ που τρεμούλιαζε. «Δεν ήταν ο Λαν. Ησύχασε. Όποιος κι αν ήταν, δεν ήταν ο Λαν».
«Λες να μην το ξέρω;» είπε δηκτικά η Νυνάβε. Αφηγήθηκε όσα είχαν συμβεί με την ίδια θυμωμένη φωνή. Για τον άντρα που της είχε επιτεθεί στο Πεδίο του Έμοντ και τον άντρα στην Ερημιά· δεν ήξερε αν ήταν ο ίδιος. Σαν να μην έφτανε η Μπιργκίττε, που ήταν κάτι εκπληκτικό από μόνη της.
«Είσαι σίγουρη;» ρώτησε η Ηλαίην. «Η Μπιργκίττε;»
Η Νυνάβε αναστέναξε. «Το μόνο για το οποίο είμαι σίγουρη είναι ότι δεν βρήκα την Εγκουέν. Και δεν ξαναγυρίζω εκεί απόψε». Χτύπησε το μηρό με τη γροθιά της. «Πού είναι; Τι της συνέβη; Αν βρήκε αυτόν με το τόξο... Αχ, Φως μου!»
Η Ηλαίην στάθηκε να το σκεφτεί για λίγο· η νύστα της ήταν αφόρητη και οι σκέψεις της θολές. «Είπε ότι ίσως να μην είναι εκεί, όταν θα έπρεπε να ξανασυναντηθούμε. Μάλλον αυτός είναι ο λόγος που έφυγε τόσο βιαστικά. Όποιος κι αν είναι ο λόγος που δεν μπορεί... Θέλω να πω...» Δεν έβγαινε νόημα, αλλά δεν μπορούσε να το εκφράσει σωστά.
«Ελπίζω», είπε κουρασμένα η Νυνάβε. Κοίταξε την Ηλαίην. «Δεν πλαγιάζεις, λέω εγώ; Σε βλέπω να κουτουλάς», πρόσθεσε.
Η Ηλαίην με ευγνωμοσύνη την άφησε να της βγάλει τα ρούχα. Θυμήθηκε να δέσει το χέρι της Νυνάβε, αλλά το κρεβάτι φαινόταν τόσο φιλόξενο, που δεν μπορούσε να σκεφτεί σχεδόν τίποτα άλλο. Ίσως το πρωί το δωμάτιο να σταματούσε να γυρνά αργά γύρω από το κρεβάτι. Μόλις το κεφάλι της ακούμπησε το μαξιλάρι, την πήρε ο ύπνος.
Το πρωί ευχήθηκε να ήταν νεκρή.
Ο ουρανός μόλις είχε φωτίσει και η κοινή αίθουσα ήταν άδεια, εκτός από την Ηλαίην. Με το κεφάλι στα χέρια, κοίταζε το φλιτζάνι που της είχε βάλει η Νυνάβε στο τραπέζι μπροστά της, πριν πάει να βρει την ιδιοκτήτρια του πανδοχείου. Κάθε φορά που έπαιρνε ανάσα, το μύριζε· η μύτη της προσπαθούσε να στρίψει μόνη της. Ένιωθε το κεφάλι της... Δεν ήταν δυνατό να περιγράψει πώς ένιωθε το κεφάλι της. Αν προσφερόταν κάποιος να της το κόψει, μάλλον θα του έλεγε ευχαριστώ.
«Είσαι καλά;»
Τινάχτηκε ακούγοντας τη φωνή του Θομ και πάσχισε να μην αφήσει ένα κλαψούρισμα. «Είμαι αρκετά καλά, ευχαριστώ πολύ». Όταν μιλούσε, το κεφάλι της καμπάνιζε. Ο Θομ χάιδεψε αβέβαια την άκρη του μουστακιού του. «Οι ιστορίες σου ήταν υπέροχες χθες το βράδυ, Θομ. Απ' όσο θυμάμαι». Κατάφερε να γελάσει αυτοσαρκαστικά. «Φοβάμαι ότι δεν θυμάμαι πολλά από τη βραδιά, μόνο ότι καθόμουν εδώ και άκουγα. Μου φαίνεται ότι έφαγα χαλασμένο ζελέ μήλου». Δεν θα παραδεχόταν ότι είχε πιει τόσο κρασί· ακόμα δεν είχε ιδέα πόσο. Ούτε ότι είχε γελοιοποιηθεί στο δωμάτιό του. Πάνω απ' όλα, όχι αυτό. Εκείνος έδειξε να την πιστεύει, κρίνοντας από την ανακούφιση με την οποία πήρε να καθίσει σε μια καρέκλα.
Ήρθε η Νυνάβε και της έδωσε ένα υγρό πανί όπως καθόταν. Επίσης, της έσπρωξε πιο κοντά το φλιτζάνι με το φρικτό μίγμα. Η Ηλαίην ακούμπησε με ευγνωμοσύνη το πανί στο μέτωπό της.
«Είδατε μήπως τον αφέντη Σάνταρ σήμερα το πρωί;» ρώτησε η Νυνάβε.
«Δεν κοιμήθηκε στο δωμάτιό μας», απάντησε ο Θομ. «Κάτι για το οποίο θα έπρεπε να είμαι ευγνώμων, μιας και το κρεβάτι είναι μικρό».
Λες και τον είχαν καλέσει τα λόγια τους από το πουθενά, ο Τζούιλιν εμφανίστηκε στην εξώπορτα με το πρόσωπο κουρασμένο και το στενό σακάκι του τσαλακωμένο. Είχε μια μελανάδα κάτω από το αριστερό μάτι, ενώ τα κοντά, μαύρα μαλλιά του, που συνήθως ήταν χτενισμένα, τώρα έμοιαζαν πρόχειρα στρωμένα με τα δάχτυλά του· παρ' όλα αυτά, όμως, τους χαμογέλασε ενώ καθόταν μαζί τους. «Από κλέφτες άλλο τίποτα σ' αυτή την πόλη, βράζει ο τόπος, και μιλάνε αν τους κεράσεις ένα ποτό. Μίλησα με δύο άντρες, που ισχυρίζονται ότι είδαν μια γυναίκα με μια λευκή πινελιά στα μαλλιά της, πάνω από το αριστερό αφτί. Νομίζω ότι τον έναν τον πιστεύω».