«Άρα βρίσκονται εδώ», είπε η Ηλαίην, όμως η Νυνάβε κούνησε το κεφάλι.
«Ίσως. Μπορεί κι άλλες γυναίκες να έχουν μια λευκή πινελιά στα μαλλιά τους».
«Δεν ήξερε να πει πόσων χρόνων ήταν», είπε ο Τζούιλιν, κρύβοντας το χασμουρητό πίσω από την παλάμη του. «Ισχυρίστηκε ότι η γυναίκα δεν είχε καθόλου ηλικία. Αστειεύτηκε ότι μπορεί να ήταν Άες Σεντάι».
«Πολύ γρήγορα πας», του είπε η Νυνάβε με σφιγμένη φωνή. «Δεν θα καταφέρουμε τίποτα αν τραβήξεις την προσοχή τους πάνω μας».
Ο Τζούιλιν κοκκίνισε από θυμό. «Προσέχω. Δεν έχω καμία διάθεση να ξαναπέσω στα χέρια της Λίαντριν. Δεν κάνω ερωτήσεις· μιλάω. Μερικές φορές για γυναίκες που ήξερα. Δύο άντρες κατάπιαν το δόλωμα αυτής της λευκής πινελιάς και κανένας δεν κατάλαβε ότι δεν ήταν αργόσχολες κουβέντες πάνω από ένα κύπελλο φτηνή μπύρα. Απόψε ίσως πιαστεί στα δίχτυα μου άλλος ένας, αλλά αυτή τη φορά θα είναι μια λεπτεπίλεπτη γυναίκα από την Καιρχίν, με πολύ μεγάλα, γαλανά μάτια». Έτσι ήταν η Τεμάιλε Κιντερόντε. «Σιγά-σιγά, θα βρω πιο συγκεκριμένα πού τις έχουν δει και θα μάθω πού βρίσκονται. Θα σας τις βρω».
«Ή θα τις βρω εγώ». Ο τόνος του Θομ έλεγε ότι αυτό το θεωρούσε πιθανότερο. «Αντί για κλέφτες, δεν θα είχαν πάρε-δώσε με ευγενείς και πολιτικούς; Κάποιος άρχοντας σ' αυτή την πόλη θα αρχίσει να κάνει κάτι που δεν συνήθιζε άλλοτε και θα τις πλησιάσω έτσι».
Οι δύο άντρες κοιτάχτηκαν. Η Ηλαίην περίμενε ότι σε λίγο θα έλεγαν να παλέψουν. Άντρες. Πρώτα ο Τζούιλιν και ο Ντόμον, τώρα ο Τζούιλιν και ο Θομ. Μπορεί να κατέληγαν σε γρονθοκοπήματα ο Θομ με τον Ντόμον, για να κλείσει ο κύκλος. Άντρες. Ήταν το μόνο σχόλιο που της περνούσε από το μυαλό.
«Ίσως η Ηλαίην κι εγώ να το πετύχουμε χωρίς εσάς», είπε ξερά η Νυνάβε. «Θα αρχίσουμε να ψάχνουμε εμείς σήμερα». Το βλέμμα της σχεδόν δεν στράφηκε στην Ηλαίην. «Δηλαδή θα αρχίσω εγώ. Η Ηλαίην μάλλον θα χρειαστεί λίγη ανάπαυση για να συνέλθει από... το ταξίδι».
Η Ηλαίην άφησε προσεκτικά το πανί κάτω και έπιασε με τα δύο χέρια το φλιτζάνι μπροστά της. Η γεύση του πηχτού, γκριζοπράσινου υγρού ήταν χειρότερη από τη μυρωδιά. Μ' ένα ρίγος, πίεσε τον εαυτό της να το πιει όλο. Όταν έπεσε στο στομάχι της, για μια στιγμή ένιωσε σαν μανδύας που ανέμιζε σε δυνατό αέρα. «Δύο ζευγάρια μάτια βλέπουν καλύτερα από ένα», είπε στη Νυνάβε και άφησε το άδειο φλιτζάνι στο τραπέζι μ' έναν ξερό κρότο.
«Εκατό ζευγάρια βλέπουν ακόμα καλύτερα», είπε βιαστικά ο Τζούιλιν, «και αν αυτό το Ιλιανό χέλι στείλει στ' αλήθεια τους ανθρώπους του, τόσα θα έχουμε, αν τους υπολογίσεις όλους, καθώς και όσους κάνουν μεγάλες ληστείες ή τους άλλους, που ασχολούνται με μικροκλοπές».
«Αν μπορούν να βρεθούν αυτές οι γυναίκες, τότε θα σου τις βρω ― θα σου τις βρούμε», είπε ο Θομ. «Δεν είναι ανάγκη να ξεμυτίσετε από το πανδοχείο. Αυτή η πόλη είναι επικίνδυνη, είτε είναι εδώ η Λίαντριν, είτε όχι».
«Εκτός αυτού», πρόσθεσε ο Τζούιλιν, «αν είναι εδώ, εσάς τις δύο σας ξέρουν. Ξέρουν τα πρόσωπά σας. Καλύτερα να μείνετε στο πανδοχείο, για να μη φαίνεστε».
Η Ηλαίην τους κοίταξε έκπληκτη. Πριν από μια στιγμή προσπαθούσαν να δουν ποιος είχε το πάνω χέρι και τώρα στέκονταν μονιασμένοι. Η Νυνάβε είχε δίκιο ότι θα τις έβαζαν σε μπελάδες. Ε, λοιπόν, η Κόρη-Διάδοχος του Άντορ δεν θα κρυβόταν πίσω από τον αφέντη Τζούιλιν Σάνταρ και τον αφέντη Θομ Μέριλιν. Άνοιξε το στόμα για να τους το πει, όμως την πρόφτασε η Νυνάβε.
«Έχετε δίκιο», είπε γαλήνια. Η Ηλαίην την κοίταξε χωρίς να το πιστεύει· ο Θομ και ο Τζούιλιν είχαν πάρει μια έκπληκτη έκφραση και ταυτόχρονα έδειχναν αηδιαστικά ευχαριστημένοι. «Μας ξέρουν», συνέχισε η Νυνάβε. «Αυτό το φρόντισα σήμερα το πρωί, νομίζω. Α, να η κυρά Ρέντρα με το πρωινό μας».
Ο Θομ και ο Τζούιλιν αντάλλαξαν ανήσυχες ματιές, όμως δεν μπορούσαν να πουν τίποτα, με την πανδοχέα να τους χαμογελά πίσω από το πέπλο της.
«Τι έγινε μ' αυτό που σου ζήτησα;» της είπε η Νυνάβε, καθώς η άλλη έβαζε μπροστά της μια γαβάθα πόριτζ με μέλι.
«Α, ναι. Δεν θα είναι δύσκολο να βρούμε ρούχα που να σας ταιριάζουν. Κι όσο για τα μαλλιά —έχετε τόσο ωραία μαλλιά· τόσο μακριά― δεν θα είναι καθόλου δύσκολο να τα σηκώσουμε ψηλά». Χάιδεψε τις σκουρόχρυσες κοτσίδες της.
Η Ηλαίην χαμογέλασε βλέποντας τα πρόσωπα του Θομ και του Τζούιλιν. Μπορεί να ήταν προετοιμασμένοι για καβγά· δεν είχαν μέσο άμυνας όταν τους αγνοούσαν. Ένιωθε το κεφάλι της κάπως καλύτερα· το απαίσιο μίγμα της Νυνάβε έμοιαζε να κάνει τη δουλειά του. Ενώ η Νυνάβε και η Ρέντρα συζητούσαν τιμές, τρόπους ραψίματος και υφάσματα —η Ρέντρα τα ήθελε να μοιάζουν με το δικό της κολλητό φόρεμα, που σήμερα είχε ένα ανοιχτό πράσινο χρώμα· η Νυνάβε αντιδρούσε, αλλά έμοιαζε να υποχωρεί― η Ηλαίην πήρε μια μπουκιά πόριτζ για να ξεπλύνει τη γεύση από το στόμα της. Αυτό της θύμισε ότι πεινούσε.