Выбрать главу

Υπήρχε ένα πρόβλημα που δεν το είχε αναφέρει κανείς ακόμα, ένα πρόβλημα το οποίο αγνοούσαν ο Θομ και ο Τζούιλιν. Αν το Μαύρο Άτζα ήταν στο Τάντσικο, τότε ήταν εκεί και αυτό που είχε απειλήσει τον Ραντ. Κάτι που μπορούσε να τον δεσμεύσει με την ίδια του τη Δύναμη. Έπρεπε να το βρουν κι αυτό. Ξαφνικά, η πείνα που μόλις τώρα είχε, εξαφανίστηκε εντελώς.

40

Ο Κυνηγός Των Τρόλοκ

Τα τελευταία νερά της βροχής, που είχε πέσει νωρίς το πρωί, ακόμα έσταζαν από τα φύλλα των μηλιών, ενώ ένας σπίνος πηδούσε σ' ένα κλαρί όπου σχηματίζονταν φρούτα, που φέτος δεν θα τα μάζευε κανείς. Ο ήλιος ήταν αρκετά ψηλά, αλλά κρυβόταν πίσω από πυκνά, γκρίζα σύννεφα. Ο Πέριν, καθισμένος ανακούρκουδα στο χώμα, δοκίμασε ασυναίσθητα τη χορδή του τόξου του· οι σφιχτές, κερωμένες χορδές είχαν την τάση να χαλαρώνουν όταν ο καιρός ήταν υγρός. Η θύελλα που είχε καλέσει η Βέριν για να τους κρύψει από την καταδίωξη τη νύχτα της διάσωσης, είχε ξαφνιάσει ακόμα και την ίδια με τη δριμύτητά της, ενώ τρεις φορές είχαν ξαναπέσει δυνατές βροχές τις έξι μέρες που είχαν περάσει από τότε. Ο Πέριν πίστευε ότι ήταν έξι οι μέρες. Δεν είχε σκεφτεί πολύ από εκείνη τη βραδιά, απλώς πήγαινε όπου τον οδηγούσαν τα συμβάντα, αντιδρούσε σ' ό,τι εμφανιζόταν. Η πλατιά όψη της λεπίδας του τσεκουριού τον τρυπούσε στο πλευρό, αλλά σχεδόν δεν το πρόσεχε.

Χαμηλά ψηλώματα, γεμάτα χορτάρι, έδειχναν τις γενιές των Αϋμπάρα που ήταν θαμμένοι εδώ. Οι αρχαιότερες, σκαλισμένες, ξύλινες στήλες, που ήταν ραγισμένες και τις διάβαζε με δυσκολία, είχαν χρονολογίες από τριακόσια χρόνια πριν, σε τάφους που είχαν γίνει ένα με το έδαφος. Αυτό που τον έτρωγε ήταν τα μικρά ψηλώματα, που τα είχαν μαλακώσει οι βροχές, αλλά το χορτάρι δεν είχε προλάβει να τα σκεπάσει ολόκληρα. Γενιές από Αϋμπάρα ήταν θαμμένοι εδώ, μα σίγουρα ποτέ δεκατέσσερις μαζεμένοι. Ήταν η θεία Νεαίν, πλάι στον παλιότερο τάφο του θείου Κάρλιν, με τα δύο παιδιά τους πλάι της· η μεγάλη θεία Ήλσιν, στη σειρά που είχε το θείο Γιούαρντ, τη θεία Μάγκντε και τα τρία παιδιά τους· και η μακριά σειρά με τη μητέρα και τον πατέρα του. Η Αντόρα, η Ντεσέλ και ο μικρός Πητ. Μια μεγάλη σειρά από μικρά ψηλώματα με γυμνό, λασπωμένο χώμα, που φαινόταν ακόμα ανάμεσα στο χορτάρι. Μέτρησε τα βέλη που έμεναν στη φαρέτρα χωρίς να τα κοιτάζει. Δεκαεπτά. Αρκετά είχαν πάθει ζημιά και τα είχε περισυλλέξει μόνο για τις ατσάλινες αιχμές τους. Δεν προλάβαινε να κάνει δικά του· θα έπρεπε σύντομα να δει τον τοξοποιό στο Πεδίο του Έμοντ. Ο Μπιούελ Ντώτρυ έφτιαχνε καλά βέλη, καλύτερα κι από του Ταμ.

Ένα αμυδρό θρόισμα πίσω του τον έκανε να μυρίσει τον αέρα. «Τι είναι, Ντάνιλ;» είπε χωρίς να κοιτάξει γύρω του.

Κάποια ανάσα σκάλωσε σε ένα λαιμό, κάποιος τινάχτηκε ξαφνιασμένος και ύστερα ο Ντάνιλ Λιούιν μίλησε. «Ήρθε η Αρχόντισσα, Πέριν». Κανείς τους δεν είχε συνηθίσει το γεγονός ότι ο Πέριν ήξερε ποιος ήταν πίσω του, ή ποιος ήταν στο σκοτάδι, αλλά δεν τον ένοιαζε πια τι θεωρούσαν παράξενο.

Κοίταξε πάνω από τον ώμο του, σμίγοντας τα φρύδια. Ο Ντάνιλ φαινόταν πιο λιγνός τον τελευταίο καιρό· οι αγρότες δεν μπορούσαν να τους ταΐζουν όλους και από το κυνήγι εξαρτιόταν αν το βράδυ θα είχαν γλέντι ή πείνα. Συνήθως πεινούσαν. «Η Αρχόντισσα;»

«Η Αρχόντισσα Φάιλε. Και ο Άρχοντας Λουκ. Ήρθαν από το Πεδίο του Έμοντ».

Ο Πέριν σηκώθηκε με μια κίνηση όλο χάρη και συνέχισε με μεγάλες δρασκελιές, που ανάγκασαν τον Ντάνιλ να τρέχει για να τον προφταίνει. Κατάφερε να μην κοιτάξει το σπίτι ― τα καρβουνιασμένα δοκάρια και τη γεμάτη καπνιά καμινάδα, το σπίτι όπου είχε μεγαλώσει. Κοίταξε στα δέντρα για να δει τους σκοπούς, εκείνους που ήταν πιο κοντά στο αγρόκτημα. Η γη εδώ κοντά στο Δυτικό Δάσος είχε πλήθος ψηλές βελανιδιές, τσούγες, μεγάλες μελίες και δάφνες. Τα πυκνά φυλλώματα έκρυβαν καλά τα παλικαράκια —τα αγροτικά ρούχα με τα μουντά χρώματα βοηθούσαν σ' αυτό― κι έτσι ακόμα κι αυτός δυσκολευόταν να τα διακρίνει. Θα έπρεπε να πει δυο κουβέντες με εκείνους που ήταν πιο έξω· η δουλειά τους ήταν να μην πλησιάσει κανείς χωρίς προειδοποίηση. Ακόμα και η Φάιλε κι αυτός ο Λουκ.

Το στρατόπεδο, σε μια μεγάλη λόχμη όπου κάποτε έπαιζε και υποκρινόταν ότι βρισκόταν σε ένα απέραντο δάσος, ήταν ένα κακοτράχαλο μέρος ανάμεσα στη χαμηλή βλάστηση, με κουβέρτες κρεμασμένες ανάμεσα στα δέντρα για καταφύγιο, ενώ άλλες ήταν απλωμένες στο έδαφος, πλάι στις φωτιές για το μαγείρεμα. Κι εδώ τα κλαδιά έσταζαν ψιχάλες. Οι περισσότεροι από τους περίπου πενήντα νεαρούς του στρατοπέδου ήταν αξύριστοι, είτε μιμούμενοι τον Πέριν, είτε επειδή ήταν δυσάρεστο να ξυρίζεσαι με κρύο νερό. Ήταν καλοί κυνηγοί —όσους δεν ήταν, τους είχε στείλει σπίτια τους — αλλά ασυνήθιστοι να μένουν έξω από το σπίτι πάνω από μια-δυο βραδιές στη σειρά. Και επίσης δεν ήταν συνηθισμένοι να κάνουν αυτά που τους έβαζε να κάνουν.