Выбрать главу

«Φως μου!» μουρμούρισε εκείνος.

Κυνηγός των Τρόλοκ. Ως τώρα, ελάχιστες δραστηριότητες δικαιολογούσαν κάτι τέτοιο. Δυο μέρες αφότου είχαν απελευθερώσει την κυρά Λούχαν και τους άλλους, είχαν βρει τα ερείπια μιας αγροικίας, που σιγόκαιγαν ακόμη· ο Πέριν είχε μαζί του τα δεκαπέντε παλικάρια από τους Δύο Ποταμούς. Αφού έθαψαν ό,τι είχαν βρει στις στάχτες, ήταν εύκολο να ακολουθήσουν τους Τρόλοκ με την όσφρηση του και τις ανιχνευτικές ικανότητες του Γκαούλ. Η τσουχτερή σαπίλα των Τρόλοκ δεν είχε προλάβει να διαλυθεί, τουλάχιστον για τον Πέριν. Κάποιοι νεαροί είχαν αρχίσει να διστάζουν, όταν συνειδητοποίησαν ότι το εννοούσε αυτό που έλεγε, ότι θα κυνηγούσαν Τρόλοκ. Ο Πέριν υποψιαζόταν ότι, αν είχαν να κάνουν μεγάλο δρόμο, οι περισσότεροι θα το έσκαγαν όταν δεν θα τους έβλεπε κανείς, αλλά τα ίχνη οδήγησαν σε ένα σύδεντρο τρία μίλια παραπέρα. Οι Τρόλοκ δεν είχαν κάνει τον κόπο να βάλουν σκοπούς —δεν είχαν Μυρντράαλ μαζί τους για να νικήσει ο φόβος την τεμπελιά τους― και οι Δυποταμίτες ήξεραν να ενεδρεύουν σιωπηλά. Τριάντα δύο Τρόλοκ είχαν πεθάνει, πολλοί στις βρωμερές κουβέρτες τους, τρυπημένοι από βέλη πριν προλάβουν να βάλουν φωνή, πόσο μάλλον να πιάσουν σπαθί ή δόρυ. Ο Ντάνιλ, ο Μπαν και οι άλλοι ήταν έτοιμοι να γιορτάσουν ένα μεγάλο θρίαμβο ― μέχρι που βρήκαν τι είχε το μεγάλο, σιδερένιο καζάνι των Τρόλοκ στις στάχτες της φωτιάς. Οι περισσότεροι έτρεξαν στην άκρη για να κάνουν εμετό, ενώ κάποιοι έκλαψαν μπροστά σε όλους. Ο Πέριν έσκαψε μόνος του τον τάφο. Μόνο έναν τάφο: δεν μπορούσες να βρεις τι ανήκε σε ποιον. Παρ' όλο που μέσα του ένιωθε παγωνιά, δεν ήταν βέβαιος αν θα το άντεχε κι ο ίδιος αυτό.

Αργά την επόμενη μέρα κανείς δεν δίστασε όταν ο Πέριν έπιασε τα ίχνη άλλης μια βρωμερής οσμής, αν και μερικά μουρμουρητά αναρωτήθηκαν τι ακολουθούσε, μέχρι που ο Γκαούλ βρήκε τα αποτυπώματα από οπλές και μπότες, που ήταν πολύ μεγάλα για να είναι ανθρώπινα. Άλλο ένα σύδεντρο κοντά στο Δυτικό Δάσος είχε σαράντα έναν Τρόλοκ και έναν Ξέθωρο, με σκοπούς, αν και οι περισσότεροι ροχάλιζαν στο πόστο τους. Δεν θα άλλαζε τίποτα αν ήταν όλοι ξυπνητοί. Ο Γκαούλ σκότωσε τους ξύπνιους, γλιστρώντας ανάμεσα στα δέντρα σαν σκιά, ενώ οι άντρες των Δύο Ποταμών ήταν πια περίπου τριάντα. Εκτός αυτού, όσοι δεν είχαν δει το καζάνι, είχαν ακούσει γι' αυτό· φώναζαν ενώ έριχναν βέλη και η ικανοποίησή τους ήταν εξίσου άγρια με τα λαρυγγώδη ουρλιαχτά των Τρόλοκ. Ο μαυροντυμένος Μυρντράαλ ήταν ο τελευταίος που είχε πεθάνει, σωστός σκαντζόχοιρος από τα βέλη. Κανένας δεν ήθελε να πάρει πίσω το βέλος του από κει, όταν τελικά είχε σταματήσει να σφαδάζει.

Εκείνη τη βραδιά έπεσε η δεύτερη βροχή, ώρες ολόκληρες νεροποντής, με τον ουρανό γεμάτο βαριά, μαύρα σύννεφα και κοφτερούς κεραυνούς. Ο Πέριν από τότε δεν είχε πιάσει κάποια μυρωδιά Τρόλοκ και τα αχνάρια είχαν ξεπλυθεί από το έδαφος. Περνούσαν τον περισσότερο καιρό τους προσπαθώντας να αποφεύγουν τις περιπόλους των Λευκομανδιτών, που όλοι έλεγαν ότι ήταν πιο πολυάριθμες από πριν. Οι αγρότες στους οποίους είχε μιλήσει ο Πέριν έλεγαν ότι οι περίπολοι έμοιαζαν να ενδιαφέρονται περισσότερο για να βρουν ξανά τους φυλακισμένους τους και εκείνους που τους είχαν βοηθήσει να ελευθερωθούν, παρά Τρόλοκ.

Τώρα αρκετοί άντρες ήταν μαζεμένοι γύρω από τον Λουκ. Ήταν ψηλός και τα χρυσοκόκκινα μαλλιά του ξεχώριζαν πάνω από τα μαύρα τα δικά τους. Έμοιαζε να μιλάει κι αυτοί να τον ακούνε. Και ένευαν.

«Ας δούμε τι έχει να πει», είπε κατσουφιασμένος ο Πέριν.

Οι άντρες των Δύο Ποταμών άνοιξαν δρόμο μπροστά του και στη Φάιλε, χωρίς να χρειαστεί να σπρώξει πολύ. Ήταν προσηλωμένοι στον άρχοντα με το κόκκινο σακάκι, που πράγματι ρητόρευε.

«...έτσι το χωριό είναι ασφαλές τώρα. Έχουν συγκεντρωθεί αρκετοί και μπορούν να το υπερασπιστούν. Πρέπει να πω ότι μ' αρέσει να κοιμάμαι κάτω από στέγη, όταν μπορώ. Η κυρά αλ'Βέρ, στο πανδοχείο, προσφέρει νόστιμα γεύματα. Το ψωμί της είναι από τα καλύτερα που έχω φάει ποτέ. Πραγματικά, τίποτα δεν συγκρίνεται με το φρεσκοψημένο ψωμί και το φρεσκοχτυπημένο βούτυρο, να απλώνεις τα πόδια το βράδυ πίνοντας ένα κύπελλο ωραίο κρασί, ή την καλή καφετιά μπύρα του αφέντη αλ'Βέρ».

«Ο Άρχοντας Λουκ λέει ότι θα έπρεπε να πάμε στο Πεδίο του Έμοντ, Πέριν», είπε ο Κένλεϋ Άχαν, ξύνοντας την κόκκινη μύτη του με τη ράχη του λερωμένου χεριού του. Δεν ήταν ο μόνος που δεν μπορούσε να πλένεται όσο συχνά ήθελε, ούτε ήταν ο μόνος που είχε κρυολογήσει.

Ο Λουκ χαμογέλασε στον Πέριν, όπως θα χαμογελούσε σ' ένα σκυλί που θα έκανε κάποιο κόλπο. «Το χωριό είναι ασφαλές, όμως πάντα υπάρχει ανάγκη για μερικά γερά χέρια».

«Κυνηγάμε Τρόλοκ», είπε ψυχρά ο Πέριν. «Δεν έχουν αφήσει ακόμα όλοι τις φάρμες και κάθε ομάδα που βρίσκουμε και σκοτώνουμε, σημαίνει ότι κάποια αγροκτήματα δεν θα καούν και κάποιοι άνθρωποι θα έχουν την ευκαιρία να φτάσουν σε ασφαλές μέρος».